Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Μαθηματικός γρίφος με φόντο τη Σέριφο



Τεύ­κρος Μι­χα­η­λί­δης
«Τα τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα
του κα­λο­και­ριού»
Εκδό­σεις Πό­λις
Οκτώ­βριος 2011


Ο γερμανός μαθηματικός Ντέϊβιντ Χίλμπερτ.



Αυ­τή τη φο­ρά, ο Τεύ­κρος Μι­χα­η­λί­δης δεν γρά­φει έ­να α­στυ­νο­μι­κό μα­θη­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά έ­να ε­ρω­τι­κό μα­θη­μα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Αντί­στοι­χα, τα θε­μα­τι­κά υ­λι­κά που χρη­σι­μο­ποιεί δεν εί­ναι έ­να ή πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­γκλή­μα­τα αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας, συ­γκε­κρι­μέ­να τρεις, ε­ρω­τι­κές ι­στο­ρίες, ε­νώ πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρός, κά­τι σαν α­κρο­γω­νιαίος λί­θος, ο μα­θη­μα­τι­κός γρί­φος. Όπως στα­θε­ρό πα­ρα­μέ­νει και το ε­πάγ­γελ­μα του ή­ρωα. Εί­ναι και πά­λι έ­νας μα­θη­μα­τι­κός. Μό­νο που ε­δώ δεν πρό­κει­ται για έ­ναν πα­θια­σμέ­νο, που έ­χει α­να­γά­γει την ε­πι­στή­μη του σε κέ­ντρο του κό­σμου. Ο και­νού­ριος ή­ρωας, στο μό­νο που ήλ­πι­ζε, ό­ταν τε­λείω­σε το Πα­νε­πι­στή­μιο, ή­ταν μια στα­θε­ρή δου­λειά. Αν βρέ­θη­κε να α­σχο­λεί­ται με­τά μα­νίας με έ­να α­πό τα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα των Μα­θη­μα­τι­κών, ας ό­ψε­ται ο έ­ρω­τας και δη, κε­ραυ­νο­βό­λος. Κα­τά τα άλ­λα, έ­νας πα­ρό­μοιος έ­ρω­τας θα μπο­ρού­σε να φου­ντώ­σει ο­που­δή­πο­τε  και ο­πο­τε­δή­πο­τε. Όμως ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει δεί­ξει ό­τι συν­δυά­ζει το εν­δια­φέ­ρον του για τα Μα­θη­μα­τι­κά με ε­κεί­νο για την Ιστο­ρία, γε­νι­κώς και ει­δι­κό­τε­ρα, για την Ιστο­ρία της ε­πι­στή­μης του, των Μα­θη­μα­τι­κών. Γι’ αυ­τό και ε­πι­λέ­γει α­ντί­στοι­χα τον τό­πο και τον χρό­νο ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τους τό­πους και τους χρό­νους, α­φού, και πά­λι, δεν αρ­κεί­ται σε έ­να ε­πί­πε­δο, αλ­λά μοι­ρά­ζει την ι­στο­ρία του σε τρεις γε­νιές. Αυ­τή του μα­θη­μα­τι­κού και της α­γα­πη­μέ­νης του και ε­κεί­νες, της μη­τέ­ρας και της για­γιάς της, που η κα­θε­μιά τους ζει έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα.
Εύ­στο­χος εί­ναι ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κα­θώς κα­τορ­θώ­νει να δώ­σει ποιη­τι­κή χροιά στην ο­νο­μα­σία του μα­θη­μα­τι­κού προ­βλή­μα­τος. Για ό­σους, βε­βαίως, γνω­ρί­ζουν ό­τι υ­πάρ­χει πρό­βλη­μα μα­θη­μα­τι­κών με μια ο­νο­μα­σία ό­πως “τα τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα”, που, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, δεν α­να­κα­τώ­νει ο­νό­μα­τα μα­θη­μα­τι­κών και ε­πι­στη­μο­νι­κούς ό­ρους. Με τον τίτ­λο, ό­μως, κα­θο­ρί­ζε­ται η ε­πο­χή του έ­τους, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται το πα­ρόν της α­φή­γη­σης. Εί­ναι η πε­ρίο­δος του κα­λο­και­ριού, που θεω­ρεί­ται ως η πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη για να φου­ντώ­σει έ­νας έ­ρω­τας. Γι’ αυ­τό, ό­μως, χρειά­ζε­ται και έ­νας προ­σφυής τό­πος. Οπό­τε, οι ε­πι­λο­γές α­πο­κλί­νουν προς τη νη­σιω­τι­κή Ελλά­δα, ά­ντε το πο­λύ, και προς κά­ποια πα­ρα­θα­λάσ­σια πε­ριο­χή της η­πει­ρω­τι­κής. Από αυ­τό το εν­δει­κνυό­με­νο για το ε­ρω­τι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα γεω­γρα­φι­κό σύ­νο­λο, ο Μι­χα­η­λί­δης ε­πι­λέ­γει τη Σέ­ρι­φο. Σε αυ­τήν την προ­τί­μη­ση, δεν φαί­νε­ται να συ­ντεί­νουν λό­γοι προ­σω­πι­κοί και συ­ναι­σθη­μα­τι­κοί, ό­πως συμ­βαί­νει με άλ­λους νεό­τε­ρους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους, χω­ρίς, βε­βαίως, και να α­πο­κλείο­νται πα­ρό­μοια κί­νη­τρα. Λ.χ., ου­δό­λως υ­στε­ρεί ο τρό­πος που πε­ρι­γρά­φει τη Σέ­ρι­φο α­πό ε­κεί­νον της Αμά­ντας Μι­χα­λο­πού­λου, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται στην Αστυ­πά­λαια, που έ­χει ε­ξο­μο­λο­γη­θεί ό­τι εί­ναι ο α­γα­πη­μέ­νος της τό­πος δια­κο­πών. Μό­νο που το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο για την προ­τί­μη­ση του Μι­χα­η­λί­δη εί­ναι η ι­στο­ρία του νη­σιού, την ο­ποία και εκ­με­ταλ­λεύε­ται κα­τά το στή­σι­μο του μύ­θου. Τον εν­δια­φέ­ρει η άλ­λο­τε πο­τέ Σέ­ρι­φος, που ζού­σε α­πό τα με­ταλ­λεία. Την πα­ρου­σιά­ζει και ως α­ντί­πο­δα στη Σέ­ρι­φο με­τά το 1964, ό­ταν κλεί­νουν ο­ρι­στι­κά τα με­ταλ­λεία και ε­πι­κρα­τεί ε­γκα­τά­λει­ψη. Τό­τε, με­σού­σης της Δι­κτα­το­ρίας, το­πο­θε­τεί­ται το πα­ρόν της α­φή­γη­σης, ε­νώ, το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, σε α­ντί­στι­ξη, πε­ρι­γρά­φει τη Σε­ρί­φο στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, που αρ­χί­ζει να ζει την του­ρι­στι­κή ά­νοι­ξη. 
Για την πα­λαιά Σέ­ρι­φο, ο συγ­γρα­φέ­ας δεν α­να­τρέ­χει στο νη­σί των μυ­θο­λο­γι­κών και αρ­χαίων χρό­νων, ού­τε στην πρώ­τη Ελλη­νι­κή Με­ταλ­λευ­τι­κή Εται­ρεία ε­πί Ανδρέα Συγ­γρού ή στην ε­πο­χή της γαλ­λι­κής με­ταλ­λευ­τι­κής ε­ται­ρείας του Λαυ­ρίου, αλ­λά ό­ταν την διοί­κη­ση της αρ­χι­κά ελ­λη­νο­γαλ­λι­κών συμ­φε­ρό­ντων «Σέ­ρι­φο-Σπη­λια­λέ­ζα» εί­χε α­να­λά­βει η γερ­μα­νι­κή οι­κο­γέ­νεια των Γκρό­μαν. Και συ­γκε­κρι­μέ­να, ο γιός του πρώ­του διευ­θυ­ντή, του Αι­μί­λιου, ο Γεώρ­γιος Γκρό­μαν, που εί­χε ε­φαρ­μό­σει πρό­γραμ­μα μέ­γι­στης εκ­με­τάλ­λευ­σης του ερ­γα­τι­κού δυ­να­μι­κού, το ο­ποίο και ο­δή­γη­σε, τον Ιού­νιο του 1916, στην ί­δρυ­ση του Σω­μα­τείου Με­ταλ­λευ­τών Σε­ρί­φου. Αυ­τό ή­ταν που ορ­γά­νω­σε τις ερ­γα­τι­κές διεκ­δι­κή­σεις και την α­περ­γία της 7ης Αυ­γού­στου, που ε­ξε­λίχ­θη­κε σε ε­ξέ­γερ­ση και κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σίας στο νη­σί α­πό τους με­ταλ­λω­ρύ­χους για έ­να δε­κα­πεν­θή­με­ρο, με α­πο­τέ­λε­σμα, στις 21 Αυ­γού­στου, να σταλ­θεί ε­πί τό­που α­πό­σπα­σμα Χω­ρο­φυ­λα­κής. Τα της α­περ­γίας της Σε­ρί­φου, ή­τοι “την α­φή­γη­ση των αι­μα­τη­ρών σκη­νών της 21ης Αυ­γού­στου 1916 εις τα με­ταλ­λω­ρυ­χεία του Με­γά­λου Λει­βα­δίου της Σε­ρί­φου”, έ­γρα­ψε στη φυ­λα­κή της Σύ­ρου ο πρω­τερ­γά­της του ξε­ση­κω­μού των ερ­γα­τών, Κων­στα­ντί­νος Σπέ­ρας. Το βι­βλίο του πρω­το­εκ­δό­θη­κε το 1919 και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε προ δε­κα­ε­τίας. 
Βίος και πο­λι­τεία ή­ταν αυ­τός ο Σπέ­ρας. Τον συ­να­ντού­με, δυο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, στις α­περ­γίες των κα­πνερ­γα­τών της Κα­βά­λας, και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο δεύ­τε­ρο συ­νέ­δριο της ΓΣΕΕ στην Αθή­να, να η­γεί­ται της α­ντί­πα­λης προς το ΚΚΕ και μειο­ψη­φού­σας τά­σης. Σε­ρι­φιώ­της, α­ναρ­χο­συν­δι­κα­λι­στής, α­πό τα ι­δρυ­τι­κά μέ­λη του Ε­ΚΑ και της ΓΣΕΕ, εί­χε έ­να ά­δο­ξο και α­κό­μη μέ­χρι σή­με­ρα θο­λό, ό­σον α­φο­ρά τους υ­παι­τίους, τέ­λος. Οποιοσ­δή­πο­τε άλ­λος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος θα εκ­με­ταλ­λευό­ταν έ­ναν πα­ρό­μοιο χα­ρα­κτή­ρα, τό­σο πρό­σφο­ρο α­κό­μη και για δια­κει­με­νι­κές πα­ρεκ­βά­σεις. Μπο­ρεί να έ­στη­νε, λ.χ., μια μυ­θο­πλα­στι­κή συ­νο­μι­λία με τα πε­ζά του Π. Χ. Μάρ­κο­γλου, ό­που πρω­τα­γω­νι­στούν οι κα­πνερ­γά­τες της Κα­βά­λας και γί­νο­νται α­να­δρο­μές στα χρό­νια που πέ­ρα­σε α­πό ε­κεί ο Σπέ­ρας. Ή, α­κό­μη, με έ­να πραγ­μα­τι­κό πρό­σω­πο, ό­πως ο Κω­στής Μπα­στιάς, που, τον Αύ­γου­στο του 1918, στη Σύ­ρο ί­δρυ­σε με τον Σπέ­ρα τον Μορ­φω­τι­κό Εργα­τι­κό Όμι­λο. Τό­τε, ο Μπα­στιάς ή­ταν μό­λις 17 και ο Σπέ­ρας, αν δεν σφάλ­λου­με, 25, γεν­νη­μέ­νος το 1893 και ό­χι το 1883. Του Μι­χα­η­λί­δη, ό­μως, δεν του α­ρέ­σουν, του­λά­χι­στον προς το πα­ρόν, πα­ρό­μοια α­φη­γη­μα­τι­κά παι­χνί­δια. Προ­τάσ­σει την συ­νε­κτι­κή δο­μή της ι­στο­ρίας του, χω­ρίς να στρε­βλώ­νει για τις α­νά­γκες της τα ι­στο­ρι­κά δε­δο­μέ­να, ού­τε να κά­νει κα­τά­χρη­ση στην εκ­με­τάλ­λευ­σή τους.
Πλά­θει έ­ναν ή­ρωα, συ­νο­μή­λι­κο του Σπέ­ρα, γάλ­λο μη­χα­νι­κό ο­ρυ­χείων, ο ο­ποίος θα ζή­σει α­πό κο­ντά τα αι­μα­τη­ρά γε­γο­νό­τα και θα γρά­ψει γι’ αυ­τά στο η­με­ρο­λό­γιό του. Όπως θα γρά­ψει και για τον έ­ρω­τά του με μια νη­σιώ­τισ­σα, αλ­λά και τις μά­χες του Α΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, στις ο­ποίες θα ε­μπλα­κεί, ε­πι­στρέ­φο­ντας στην πα­τρί­δα του. Αυ­τό εί­ναι το ι­στο­ρι­κό βά­θος πε­δίου, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η ε­πι­λο­γή του τό­που, και το ο­ποίο δέ­νε­ται με την ι­στο­ρία της για­γιάς. Με­τά έρ­χε­ται το δεύ­τε­ρο χρο­νι­κό ε­πί­πε­δο, ο έ­ρω­τας της μη­τέ­ρας για έ­ναν γερ­μα­νό μα­θη­μα­τι­κό, που συ­νε­χί­ζει την πε­ρι­διά­βα­ση στην ευ­ρω­παϊκή Ιστο­ρία, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να ε­ξα­σφα­λί­ζει και το μα­θη­μα­τι­κό σκέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.  Αυ­τό το τε­λευ­ταίο πε­ριο­ρί­ζε­ται α­πό το αί­τη­μα να υ­πάρ­χει σα­σπέ­νς, ά­ρα γρί­φος, που ση­μαί­νει ό­τι η υ­πό­θε­ση θα πρέ­πει να ε­πι­κε­ντρω­θεί και πά­λι σε έ­να α­πό τα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα των Μα­θη­μα­τι­κών. Μό­νο που στο και­νού­ριό του βι­βλίο, ο Μι­χα­η­λί­δης, ό­πως ο κά­θε ι­στο­ρη­μέ­νος ε­πι­στή­μο­νας που βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με τις τε­χνο­λο­γι­κές ε­ξε­λί­ξεις, δεί­χνει ε­πι­προ­σθέ­τως ό­τι έ­χει και φι­λο­σο­φι­κές α­νη­συ­χίες. Γι’ αυ­τό και δεν δια­λέ­γει έ­να α­πό τα 23 προ­βλή­μα­τα, που δια­τύ­πω­σε ο  δια­πρε­πής γερ­μα­νός μα­θη­μα­τι­κός Ντέϊβι­ντ Χίλ­μπερτ στο δεύ­τε­ρο Διε­θνές Μα­θη­μα­τι­κό Συ­νέ­δριο, Αύ­γου­στο 1900. Άλλω­στε, αυ­τά α­πο­τέ­λε­σαν προ ε­ξα­ε­τίας τον πυ­ρή­να του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Πυ­θα­γό­ρεια ε­γκλή­μα­τα». Πά­ντως, για τον Χίλ­μπερτ προ­βλέ­πει ρό­λο και στη δρά­ση του νέ­ου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Αυ­τή τη φο­ρά, εκ­με­ταλ­λεύε­ται την ι­διό­τη­τά του ως διευ­θυ­ντή του Μα­θη­μα­τι­κού Ινστι­τού­του του Γκέ­τιν­γκεν, ό­που δί­δα­ξε κο­ντά μι­σό αιώ­να, α­πό το 1895 μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 14 Φε­βρουα­ρίου 1943, υ­πό να­ζι­στι­κό πλέ­ον κα­θε­στώς σε έ­να α­πο­κα­θαρ­μέ­νο α­πό τους Εβραίους και α­ντι­στοί­χως α­πο­δυ­να­μω­μέ­νο Γκέ­τιν­γκεν. Εκεί, το­πο­θε­τεί τον γερ­μα­νό ή­ρωά του, τον μα­θη­μα­τι­κό. Ξε­κι­νά­ει το με­τα­πτυ­χια­κό του, στις αρ­χές της  δε­κα­ε­τίας του ’30 και εί­ναι ο Χίλ­μπερτ ε­κεί­νος που τον εν­θαρ­ρύ­νει να ε­πι­λέ­ξει ως θέ­μα της δια­τρι­βής του το πρό­βλη­μα των τεσ­σά­ρων χρω­μά­των, πα­ρό­λο που δεν  κα­τα­χω­ρεί­ται στα ά­λυ­τα προ­βλή­μα­τα του κυ­ρίως κορ­μού των Μα­θη­μα­τι­κών. Σή­με­ρα θεω­ρεί­ται πρό­βλη­μα της το­πο­λο­γίας, την ο­ποία α­πο­κα­λούν και “λα­στι­χέ­νια γεω­με­τρία”, κα­θώς στη­ρί­ζε­ται στην γεω­με­τρι­κή πα­ρα­μόρ­φω­ση της υ­πό με­λέ­τη ο­ντό­τη­τας, μέ­χρι αυ­τή να συ­μπέ­σει με άλ­λη, ι­σο­δύ­να­μη ό­σο α­φο­ρά τις ι­διό­τη­τες που ε­ξε­τά­ζο­νται. Αυ­τή, α­κρι­βώς, εί­ναι η μέ­θο­δος, με την ο­ποία έ­χουν προ­σπα­θή­σει να λύ­σουν και το συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­βλη­μα. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, λέ­γε­ται ό­τι α­πο­τε­λεί το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα, που α­ντι­με­τώ­πι­σε η θεω­ρία των γρα­φη­μά­των. Θεω­ρία που α­να­δείχ­θη­κε κα­τά το με­σο­πό­λε­μο και πο­λύ βοή­θη­σε την το­πο­λο­γία.
Μα­κράν, ό­μως, του Μι­χα­η­λί­δη οι ε­πι­στη­μο­νι­κοί ό­ροι. Χω­ρίς να α­πλο­ποιεί στρε­βλω­τι­κά το μα­θη­μα­τι­κό πρό­βλη­μα, κα­τορ­θώ­νει να το πε­ρι­γρά­ψει κα­τά εύ­λη­πτο τρό­πο και μά­λι­στα, χω­ρίς να δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως δι­δά­σκει α­δύ­να­τους στα μα­θη­μα­τι­κά α­να­γνώ­στες. Ακό­μη και τα γρα­φή­μα­τα, που εί­ναι α­να­γκαία ώ­στε να δο­θεί μια ει­κό­να του τρό­που, με τον ο­ποίο οι μα­θη­μα­τι­κοί προ­σπά­θη­σαν να ε­πι­λύ­σουν το συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­βλη­μα και τα ο­ποία πα­ρα­θέ­τει, κα­τορ­θώ­νει να τα χω­νέ­ψει στην α­φή­γη­ση με δια­φω­τι­στι­κούς δια­λό­γους. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί τερ­πνό και ω­φέ­λι­μο, τό­σο α­πό ι­στο­ρι­κή ό­σο και α­πό μα­θη­μα­τι­κή σκο­πιά. Ρί­χνει μια μα­τιά στον 20ό αιώ­να, ε­στιά­ζο­ντας στους δυο Πο­λέ­μους, σε δυο χώ­ρες, τη να­ζι­στι­κή Γερ­μα­νία και την κα­τε­χό­με­νη Γαλ­λία. Ενώ σχο­λιά­ζει έ­να φαι­νο­με­νι­κά α­πλό πρό­βλη­μα, του ο­ποίου η πρώ­τη μα­θη­μα­τι­κή δια­τύ­πω­ση ε­ντο­πί­ζε­ται προ 160 ε­τών, σε ε­πι­στο­λή ε­νός μα­θη­μα­τι­κού, κα­θη­γη­τή στο Ιμπέ­ριαλ Κόλ­λετζ του Λον­δί­νου, προς συ­νά­δελ­φό του: Ποιος εί­ναι ο ε­λά­χι­στος α­ριθ­μός δια­φο­ρε­τι­κών χρω­μά­των, που α­παι­τού­νται για να χω­μα­τί­σου­με έ­να χάρ­τη, με τον αυ­το­νό­η­το πε­ριο­ρι­σμό δια­φο­ρε­τι­κές πε­ριο­χές να έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κά χρώ­μα­τα; Η ε­μπει­ρία των πα­λαιών χαρ­το­γρά­φων έ­δι­νε την α­πά­ντη­ση. Τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα αρ­κούν. Άλλο ό­μως ο α­ντι­κει­με­νι­κός κό­σμος και άλ­λο μια μα­θη­μα­τι­κή α­πό­δει­ξη. Τον πρώ­το που προ­σπά­θη­σε να α­πο­δεί­ξει ό­τι αρ­κούν τέσ­σε­ρα χρώ­μα­τα, έ­ναν φοι­τη­τή του εν λό­γω κα­θη­γη­τή, τον α­κο­λού­θη­σαν πλεί­στοι ό­σοι ε­πι­φα­νείς μα­θη­μα­τι­κοί, χω­ρίς να κα­τορ­θώ­σουν να προ­σκο­μί­σουν μια α­πό­δει­ξη. Ένας πρό­τει­νε μια α­πό­δει­ξη, η ο­ποία έ­γι­νε α­πο­δε­κτή α­πό την πα­νε­πι­στη­μια­κή κοι­νό­τη­τα. Δέ­κα χρό­νια, ό­μως, αρ­γό­τε­ρα έ­νας άλ­λος έ­δει­ξε ό­τι η α­πό­δει­ξη ί­σχυε για πέ­ντε χρώ­μα­τα, αλ­λά έ­με­νε να α­πο­δειχ­θεί για τέσ­σε­ρα. Το κρί­σι­μο πέ­ρα­σμα, για την ε­πάρ­κεια τεσ­σά­ρων χρω­μά­των, έ­γι­νε το 1976, αλ­λά με τη βοή­θεια η­λεκ­τρο­νι­κού υ­πο­λο­γι­στή. Τό­τε, οι μεν ι­δε­α­λι­στές μα­θη­μα­τι­κοί αρ­νή­θη­καν μια πα­ρό­μοια α­πό­δει­ξη ως μη α­μι­γώς μα­θη­μα­τι­κή, υ­πήρ­ξαν, ό­μως, και ο­ρι­σμέ­νοι, που άρ­χι­σαν να προ­βλη­μα­τί­ζο­νται για την φύ­ση και την ου­σία των Μα­θη­μα­τι­κών.
Στο ε­πί­με­τρο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, σαν συ­νέ­χεια στον προ­βλη­μα­τι­σμό του ή­ρωα, ο συγ­γρα­φέ­ας σχο­λιά­ζει τις αλ­λα­γές στις φι­λο­σο­φι­κές βά­σεις των Μα­θη­μα­τι­κών, που έ­φε­ρε αυ­τή η πρώ­τη πρό­τα­ση, η ο­ποία α­πο­δείχ­θη­κε με την χρή­ση μη­χα­νι­κών μέ­σων και ό­χι με το χαρ­τί, το μο­λύ­βι και τη μα­θη­μα­τι­κή φα­ντα­σία. Πα­ρα­θέ­τει, μά­λι­στα, τις α­πό­ψεις του Τό­μας Τι­μόζ­κο πε­ρί ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ο­ρι­σμού αυ­τού που α­πο­κα­λεί­ται μα­θη­μα­τι­κή α­πό­δει­ξη. Αυ­τά ό­σο α­φο­ρά το πε­ριε­χό­με­νο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που θα μπο­ρού­σε να α­πλω­θεί στο δι­πλά­σιο ή και το τρι­πλά­σιο των σε­λί­δων. Οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι, ό­μως, που έρ­χο­νται α­πό το χώ­ρο των Μα­θη­μα­τι­κών, δεν κα­τα­πιά­νο­νται με με­γά­λες συν­θέ­σεις. Όσο α­φο­ρά τη μορ­φή, ο Μι­χα­η­λί­δης συμ­με­ρί­ζε­ται την τρέ­χου­σα τά­ση προς κά­ποια εκ­ζή­τη­ση. Ποι­κίλ­λει την πρω­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, με τις η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις του Γάλ­λου και τις ε­πι­στο­λές του Γερ­μα­νού. Κα­τά τα άλ­λα, θα θλί­ψει έ­να γυ­ναι­κείο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό με το τρα­γι­κό φι­νά­λε, που δί­νει στις δύο ε­ρω­τι­κές ι­στο­ρίες. Το α­πο­ζη­μιώ­νει, πά­ντως, με το ει­δυλ­λια­κό χά­πι ε­ντ του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Έστω κι αν οι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί ή­ρωες δεν γνώ­ρι­σαν τη δό­ξα του λύ­τη ε­νός ά­λυ­του προ­βλή­μα­τος. Εσα­εί ά­λυ­το για τους σκε­πτό­με­νους ι­δε­α­λι­στι­κά πα­ρα­μέ­νει το πρό­βλη­μα των τεσ­σά­ρων χρω­μά­των. Οι α­να­γνώ­στες μπο­ρούν να πά­ρουν μο­λύ­βι και χαρ­τί. Πο­τέ δεν ξέ­ρεις.     

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/6/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: