Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Η Γιουρσενάρ στη Χώρα των Χρυσανθέμων

Μαρ­γα­ρί­τα Γιουρ­σε­νά­ρ
«Ο γύ­ρος της φυ­λα­κής»
Με­τά­φρα­ση Νί­κος Δο­μα­ζά­κης
Εκδό­σεις Χατ­ζη­νι­κο­λή
Νοέμ­βριος 2009

Η Μαρ­γα­ρί­τα Γιουρ­σε­νάρ εί­ναι μια ση­μα­ντι­κή συγ­γρα­φέ­ας και φί­λη της Ελλά­δας α­πό τα χρό­νια του Με­σο­πο­λέ­μου. Ωστό­σο, οι εκ­δό­σεις των βι­βλίων της ε­λά­χι­στα α­πα­σχο­λούν τον ελ­λη­νι­κό Τύ­πο, ε­νώ δεν φαί­νε­ται να εν­δια­φέ­ρουν ού­τε το ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό της χώ­ρας μας. Πι­θα­νώς, για­τί πρό­κει­ται για έ­να εί­δος λό­γιου συγ­γρα­φέα κλα­σι­κής παι­δείας, που σπα­νί­ζει στις η­μέ­ρες μας. Πά­ντως, η α­δια­φο­ρία της α­γο­ράς δεν πτο­εί την Ιωάν­να Χατ­ζη­νι­κο­λή, που φρο­ντί­ζει το έρ­γο της Γιουρ­σε­νάρ πά­νω α­πό μια τρια­κο­ντα­ε­τία. Ξε­κί­νη­σε με­τα­φρά­ζο­ντας το «Αδρια­νού Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα», μια με­τά­φρα­ση που ο Κ.Θ. Δη­μα­ράς, φί­λος της Γιουρ­σε­νά­ρ, εί­χε ε­γκω­μιά­σει για την πι­στή α­πό­δο­ση του ύ­φους. Συ­νέ­χι­σε με­τα­φρά­ζο­ντας τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα α­πό τα βι­βλία της, ε­νώ, με τη βοή­θεια και άλ­λων με­τα­φρα­στών, έ­χει εκ­δώ­σει σχε­δόν το σύ­νο­λο του έρ­γου της. Τε­λευ­ταία, ε­ξέ­δω­σε δυο βι­βλία, που, στα γαλ­λι­κά, κυ­κλο­φό­ρη­σαν με­τά το θά­να­το της συγ­γρα­φέως, το 1991. Απρί­λιο 2008, κυ­κλο­φό­ρη­σαν «Τα ό­νει­ρα και οι μοί­ρες» και πέ­ρυ­σι, τον Νοέμ­βριο, «Ο γύ­ρος της φυ­λα­κής».
Στις 8 Νο­εμ­βρίου 1987, ό­ταν η Γιουρ­σε­νάρ υ­πέ­στη το ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο έ­γρα­φε τον τε­λευ­ταίο τό­μο της τρι­λο­γίας «Λα­βύ­ριν­θος του Κό­σμου», με τίτ­λο «Τι; Η Αιω­νιό­τη­τα», που α­πο­τε­λεί τη συ­νέ­χεια στις «Ευ­λα­βι­κές Ανα­μνή­σεις» και τα «Αρχεία του Βορ­ρά». Πέ­θα­νε στις 17 Δε­κεμ­βρίου, χω­ρίς να συ­νέλ­θει, α­φή­νο­ντας το βι­βλίο η­μι­τε­λές. Έτσι και εκ­δό­θη­κε έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­τό της, ε­νώ η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση, κι αυ­τή της Χατ­ζη­νι­κο­λή, κυ­κλο­φό­ρη­σε με τη συ­μπλή­ρω­ση δε­κα­ε­τίας α­πό το θά­να­τό της. Οι δυο πρό­σφα­τες εκ­δό­σεις προέ­κυ­ψαν κα­τά την τα­κτο­ποίη­ση των φα­κέ­λων της Γιουρ­σε­νάρ και α­φο­ρούν συγ­γρα­φι­κά σχέ­δια, που ε­κεί­νη δεν μπό­ρε­σε να πραγ­μα­το­ποιή­σει. Για το πρώ­το, έ­χου­με ή­δη α­φιε­ρώ­σει προ διε­τίας έ­να ε­κτε­νές κεί­με­νο, ο­πό­τε πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε στο πρό­σφα­το. Δη­λα­δή, σε δε­κα­τέσ­σε­ρις α­φη­γή­σεις α­πό το τα­ξί­δι της Γιουρ­σε­νάρ στην Ια­πω­νία, το φθι­νό­πω­ρο του 1982. Ήδη, τον Απρί­λιο του 1983, εί­χε ε­μπι­στευ­τεί στον γάλ­λο εκ­δό­τη της, Αντουάν Γκα­λι­μά­ρ, τα σχέ­διά της για έ­να βι­βλίο με α­φη­γή­σεις α­πό τα τε­λευ­ταία τα­ξί­διά της. Εί­χε, μά­λι­στα, α­πο­φα­σί­σει τον τίτ­λο και το μό­το του βι­βλίου: «Ποιος θα ’ταν τό­σο α­νό­η­τος να πε­θά­νει χω­ρίς να ’χει κά­νει έ­στω και μία φο­ρά τον γύ­ρο της φυ­λα­κής του;» Εί­ναι φρά­ση ε­νός μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της ή­ρωα, του Ζή­νω­να. Ο δεύ­τε­ρος ση­μα­ντι­κό­τε­ρος, με­τά τον ρω­μαίο αυ­το­κρά­το­ρα Αδρια­νό. Ένας για­τρός, αλ­χη­μι­στής και λό­γιος του 16ου αιώ­να, ό­ταν η ε­πι­στή­μη συ­γκρούε­ται με την Εκκλη­σία. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, α­πλώς για έ­να στο­χα­στι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου μό­το, αλ­λά, για μία φρά­ση, που συ­νό­ψι­ζε τις προ­σω­πι­κές της ε­πι­λο­γές σε ε­κεί­να τα κρί­σι­μα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής της.
Το 1979, η Γιουρ­σε­νάρ έ­χα­σε, με­τά μια ε­πώ­δυ­νη και μα­κρό­χρο­νη α­σθέ­νεια, τη σύ­ντρο­φό της Γκρέϊς Φρανκ. Το Μάρ­τιο του 1980, ε­ξε­λέ­γη στη Γαλ­λι­κή Ακα­δη­μία. Ήταν η πρώ­τη γυ­ναί­κα, που γι­νό­ταν δε­κτή στο α­κα­δη­μαϊκό ά­βα­το, που εί­χε ι­δρύ­σει το 1635 ο καρ­δι­νά­λιος Ρι­σε­λιέ. Εκτός α­πό γυ­ναί­κα η Γιουρ­σε­νάρ εί­χε και άλ­λα μειο­νε­κτή­μα­τα με βά­ση τα κρι­τή­ρια των γάλ­λων Ακα­δη­μαϊκών. Ήταν γεν­νη­μέ­νη στις Βρυ­ξέλ­λες, α­πό μη­τέ­ρα Βελ­γί­δα, ζού­σε μό­νι­μα α­πό το 1940 στις Η­ΠΑ και το 1947 εί­χε πά­ρει την α­με­ρι­κα­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα. Πα­ρό­λα αυ­τά, ε­κλέ­χτη­κε α­κα­δη­μαϊκός σε η­λι­κία 77 ε­τών. Συ­μπτω­μα­τι­κά, την ί­δια η­λι­κία εί­χε και η πρώ­τη γυ­ναί­κα, που ει­σήλ­θε στην ελ­λη­νι­κή Ακα­δη­μία. Η Γα­λά­τεια Σα­ρά­ντη, ή­ταν 17 χρό­νια μι­κρό­τε­ρη της Γιουρ­σε­νάρ και ει­σήλ­θε 17 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Αυ­τά, για ό­σους, ό­πως ο Μπέρ­να­ντ Ράσ­σε­λ, τους α­ρέ­σουν οι α­ριθ­μη­τι­κές συ­μπτώ­σεις. Όσο α­φο­ρά το μό­το του βι­βλίου, η Γιουρ­σε­νάρ θα μπο­ρού­σε με­τά το θά­να­το της φί­λης της να κα­ταρ­ρεύ­σει ή, με­τά το χρί­σμα του Ακα­δη­μαϊκού, να α­να­παυ­θεί στις δάφ­νες της. Αυ­τή, ό­μως, δεν ή­ταν “τό­σο α­νό­η­τη”. Προ­τί­μη­σε να κά­νει, έ­στω και μία φο­ρά, “το γύ­ρο της φυ­λα­κής της”. Με συ­νο­δό τον τρια­ντά­χρο­νο μου­σι­κό Τζέρ­ρυ Ουίλ­σον, ξε­κί­νη­σε τον γύ­ρο του κό­σμου. Τα­ξί­δε­ψε στην Αί­γυ­πτο και το Μα­ρό­κο, την Ια­πω­νία και την Ταϋλάν­δη, την Κέ­νυα και την Ινδία. Τα τα­ξί­δια τα α­νέ­κο­ψαν οι αρ­ρώ­στιες· η ί­δια υ­πο­βλή­θη­κε σε πε­ντα­πλό μπαϊπάς της στε­φα­νιαίας στις 9 Οκτω­βρίου 1985, ε­νώ ο Ουίλ­σον προ­σβλή­θη­κε α­πό καλ­πά­ζου­σα φυ­μα­τίω­ση και πέ­θα­νε στις 8 Φε­βρουα­ρίου 1986. Ανά­με­σα στα τα­ξί­διά της, τον Ια­νουά­ριο του 1981, έ­κα­νε μία στά­ση στο Πα­ρί­σι για την ε­πί­ση­μη τε­λε­τή της υ­πο­δο­χής της στην Ακα­δη­μία, και τον Φε­βρουά­ριο του 1983, ε­πι­σκέ­φτη­κε για τε­λευ­ταία φο­ρά την Αθή­να, ε­ξή­ντα χρό­νια με­τά την πρώ­τη της ε­πί­σκε­ψη.
Το ε­ναρ­κτή­ριο κε­φά­λαιο του βι­βλίου φέ­ρει τον τίτ­λο, «Μπά­σο ο ο­δοι­πό­ρος». Πρό­κει­ται για τον γνω­στό ιά­πω­να ποιη­τή του 17ου αιώ­να. Το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα εί­ναι Μα­τσούο Μου­νε­φού­σα. Το ψευ­δώ­νυ­μό του Μπά­σο, το ο­φεί­λει στην ε­ρη­μι­κή το­πο­θε­σία, ό­που ζού­σε α­πο­μο­νω­μέ­νος. Βου­δι­στής της σχο­λής Ζεν, εί­χε δη­μιουρ­γή­σει μια δι­κή του ο­μά­δα πι­στών. Ακο­λου­θώ­ντας το πα­ρά­δειγ­μα των α­σκη­τών του Με­σαίω­να, έ­κα­νε μα­κριές πε­ριο­δείες στα βό­ρεια της χώ­ρας. Η Γιουρ­σε­νάρ με­τα­φρά­ζει και εν­σω­μα­τώ­νει στην α­φή­γη­σή της α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το τα­ξι­διω­τι­κό του η­με­ρο­λό­γιο, που έ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει με τον τίτ­λο, «Το στε­νό μο­νο­πά­τι στην ά­κρη του κό­σμου». Εί­ναι γνω­στός για τα ε­ξαί­ρε­τα χαϊκού του, ό­πως αυ­τό, με το ο­ποίο κλεί­νει το κε­φά­λαιο: «Κα­νέ­να ί­χνος στη φω­νή του τζίτ­ζι­κα ό­τι πε­θαί­νει.» Εμείς, που δια­βά­ζου­με το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του τε­λευ­ταίου βι­βλίου της Γιουρ­σε­νά­ρ, αυ­τό που πρό­λα­βε και τε­λείω­σε πριν πέ­σει ο­ρι­στι­κά η πέ­να α­πό το χέ­ρι της, μπο­ρού­με να ε­κτι­μή­σου­με πό­σο αυ­τό το χαϊκού ται­ριά­ζει στην πε­ρί­πτω­σή της. Η Γιουρ­σε­νά­ρ, ό­μως, δεν βιο­γρα­φεί τον Ιά­πω­να, αλ­λά γρά­φει την ει­σα­γω­γή στο τα­ξι­διω­τι­κό της, έ­χο­ντας ε­κεί­νον για πρό­τυ­πο. Έναν “πε­ρι­πλα­νώ­με­νο άν­θρω­πο”, που δεν ε­πι­ζη­τά­ει τη μόρ­φω­ση ού­τε τη συ­γκί­νη­ση αλ­λά τη δο­κι­μα­σία του τα­ξι­διού. Πί­στευε ό­τι “η συ­γκί­νη­ση και η γνώ­ση γεν­νιού­νται α­πό αυ­τήν την υ­πο­τα­γή στο γε­γο­νός”. Με άλ­λα λό­για α­πό την ε­γκαρ­τέ­ρη­ση, έ­να κα­τ’ ε­ξο­χήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των Ια­πώ­νων, που φτά­νει κά­πο­τε μέ­χρι το μα­ζο­χι­σμό.
Η Γιουρ­σερ­νάρ ξε­κί­νη­σε για την Ια­πω­νία ο­δι­κώς, α­πό την κα­τοι­κία της, στο νη­σί των “Έρη­μων Λό­φω­ν”, στο βο­ρειο­α­να­το­λι­κό ά­κρο των Η­ΠΑ, στην πο­λι­τεία του Μαίην, και συ­νέ­χι­σε σι­δη­ρο­δρο­μι­κώς, α­πό το Μό­ντρε­αλ μέ­χρι το Βαν­κού­βερ. Μέ­σα σε τέσ­σε­ρις μέ­ρες πέ­ρα­σε α­πό τον Ατλα­ντι­κό στον Ει­ρη­νι­κό. Οι α­ρε­τές των τα­ξι­διω­τι­κών της α­φη­γή­σεων εί­ναι η α­κρι­βο­λο­γία και το ά­πλω­μα των πα­ρα­τη­ρή­σεων, που το­πο­θε­τού­νται σε έ­να συ­γκρι­τι­κό πλαί­σιο, τό­σο το­πι­κό -τα χω­ριά του Κα­να­δά σε σχέ­ση με της Αγγλίας ή της Γαλ­λίας- ό­σο και χρο­νι­κό. Το πα­ρόν α­ντι­πα­ρα­βάλ­λε­ται με έ­να βιω­μέ­νο πα­ρελ­θόν αλ­λά και με την πε­ρίο­δο των πρώ­των α­ποί­κων της α­με­ρι­κα­νι­κής η­πεί­ρου. Εκφρά­ζε­ται με πι­κρή ει­ρω­νεία για την ε­πι­κρα­τού­σα κα­τά­στα­ση, ε­πι­μέ­νο­ντας στην κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση των ζώων. Θεω­ρού­σε την προ­στα­σία τους τό­σο ση­μα­ντι­κή, ό­σο τον α­γώ­να για τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα.
Σε χω­ρι­στό κε­φά­λαιο, α­φη­γεί­ται την ε­πί­σκε­ψη στο Σαν Φρα­γκί­σκο, α­πό ό­που ξε­κί­νη­σε το θα­λάσ­σιο τα­ξί­δι της. Απο­κα­λεί την πό­λη “μπλε, άσ­πρη, ρο­ζ, γκέι”, ξε­δι­πλώ­νο­ντας τις σκέ­ψεις της για τον τε­λευ­ταίο χα­ρα­κτη­ρι­σμό, που τό­τε α­πο­τε­λού­σε νε­ο­λο­γι­σμό. Της α­ρέ­σει η λέ­ξη, κα­θώς της φέρ­νει στο νου την “gaya scienza”, δη­λα­δή την ποιη­τι­κή τέ­χνη των τρο­βα­δού­ρων του Με­σαίω­να. Την α­ντι­πα­ρα­βάλ­λει με τη λέ­ξη “α­δελ­φή” και την α­ντί­στοι­χη α­με­ρι­κα­νι­κή υ­πο­κουλ­τού­ρα. Κά­νει λό­γο για τη δια­κω­μώ­δη­ση της σε­ξουα­λι­κής ι­διαι­τε­ρό­τη­τας, την ταύ­τι­σή της με την α­κο­λα­σία και τη χυ­δαιό­τη­τα. Κα­τα­λή­γει υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νη τη λαϊκή ρή­ση, “η ποι­κι­λία εί­ναι το ά­λας της γης”.
Κα­τά τον διά­πλου του Ει­ρη­νι­κού υ­πε­ρι­σχύει στην α­φή­γη­ση μια ποιη­τι­κή πνοή και πλη­θαί­νουν οι στο­χα­στι­κές πα­ρεκ­βά­σεις. Με­τά, σε ο­κτώ κε­φά­λαια, α­πλώ­νει την α­φή­γη­ση α­πό την πα­ρα­μο­νή της στο Τό­κιο. Η μη­τρο­πο­λι­τι­κή πε­ριο­χή Τό­κιο-Γιο­κο­χά­μα δεν εί­ναι μια πό­λη αλ­λά έ­να συ­γκρό­τη­μα πό­λεων. Η σύ­γκρι­ση με το πα­ρελ­θόν και την πα­λαιά πό­λη, το Έντο, γί­νε­ται α­πό την πρώ­τη σε­λί­δα και η κρι­τι­κή για την ε­ξα­φά­νι­ση της πα­λιάς Ια­πω­νίας παίρ­νει σκλη­ρούς τό­νους. Πα­ρου­σιά­ζει τον ση­με­ρι­νό Ιά­πω­να, σε α­ντι­πα­ρα­βο­λή με τους προ­γό­νους του, α­να­σύ­ρο­ντας ει­κό­νες α­πό τη ια­πω­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Πε­ρι­γρά­φει κα­τοι­κίες και ξε­νο­δο­χεία, δεί­χνο­ντας το σύγ­χρο­νο τρό­πο ζωής ως έ­να συ­χνά γε­λοίο πά­ντρε­μα της πα­ρά­δο­σης με τους α­με­ρι­κα­νι­κούς τρό­πους δια­βίω­σης. Κα­τά την πε­ριή­γη­ση της πό­λης δεν α­κο­λου­θεί τις του­ρι­στι­κές δια­δρο­μές. Για πα­ρά­δειγ­μα, προ­τι­μά να ε­πι­σκε­φτεί έ­ναν μι­κρό βου­δι­στι­κό ναό, κα­θώς την γο­η­τεύει μια πα­λαιά ι­στο­ρία με σα­μου­ράι, που δια­δρα­μα­τί­στη­κε ε­κεί. Από τους σα­μου­ράι ξε­χω­ρί­ζει τους ρό­νιν, που, στους πα­λαιό­τε­ρους αιώ­νες, ε­γκα­τέ­λει­παν τους α­φέ­ντες τους και πε­ρι­πλα­νιό­νταν στη χώ­ρα α­να­ζη­τώ­ντας την πε­ρι­πέ­τεια.
Η Γιουρ­σε­νάρ ή­ταν λά­τρης και του ια­πω­νι­κού θεά­τρου. Δεν κου­ρά­ζε­ται να πα­ρα­κο­λου­θεί τα λαϊκά θεά­μα­τα του κα­μπού­κι, πε­ρι­γρά­φο­ντας το συν­δυα­σμό τρα­γου­διού, χο­ρού και πα­ντο­μί­μας. Ένα θέ­α­τρο χω­ρίς σκη­νο­θέ­τη, με τις πα­ρα­στά­σεις να κρα­τούν ο­λη­με­ρίς. Πη­γαί­νει α­κό­μη σε πα­ρα­στά­σεις κου­κλο­θέ­α­τρου. Κυ­ρίως, ό­μως, την μα­γνη­τί­ζει το θέ­α­τρο Νο. Θεω­ρεί, μά­λι­στα, ό­τι η ευαι­σθη­σία της θα ή­ταν δια­φο­ρε­τι­κή αν δεν εί­χε τύ­χει να γνω­ρί­σει δυο κο­ρυ­φαία έρ­γα του Νο, γραμ­μέ­να α­πό τον Κάν­ζε Μο­το­μά­σα και τον Ζεά­μι, στην ί­δια νε­α­ρή η­λι­κία με την «Αντι­γό­νη». Εί­χε μά­θει ια­πω­νι­κά και εί­χε με­τα­φρά­σει τα θε­α­τρι­κά έρ­γα Νο του Γιού­κιο Μι­σί­μα. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, το 1981, εί­χε εκ­δώ­σει το βι­βλίο της «Μι­σί­μα ή το ό­ρα­μα του κε­νού». Το εί­χε ξε­κι­νή­σει με τη συ­μπλή­ρω­ση δέ­κα χρό­νων α­πό τη δη­μό­σια τε­λε­τουρ­γι­κή αυ­το­κτο­νία του, στις 25 Νο­εμ­βρίου 1970. Ήταν μια ύ­στα­τη πρά­ξη α­ντί­στα­σης στον ε­ξα­με­ρι­κα­νι­σμό της χώ­ρας του και υ­πε­ρά­σπι­σης των πα­ρα­δο­σια­κών ια­πω­νι­κών α­ξιών. Ένα κε­φά­λαιο α­φιε­ρώ­νε­ται στην ε­πί­σκε­ψη στο σπί­τι του, που σή­με­ρα έ­χει με­τα­τρα­πεί σε μου­σείο.
Στο τα­ξι­διω­τι­κό σκια­γρα­φού­νται και φευ­γα­λέες ει­κό­νες της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, που κι­νη­το­ποιούν το μη­χα­νι­σμό της μνή­μης, δί­νο­ντας στις α­φη­γή­σεις τον ε­ξαι­ρε­τι­κό συν­δυα­σμό εμ­βρί­θειας και γλα­φυ­ρό­τη­τας, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τα βι­βλία της. Ιδιαί­τε­ρη α­να­φο­ρά ε­πι­φυ­λάσ­σει σε δυο ξέ­νους, που έ­κα­ναν δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα τους την Ια­πω­νία: τον ελ­λη­νοϊρλαν­δό Λευ­κά­διο Χερν και τον ε­ξα­με­ρι­κα­νι­σμέ­νο Ισπα­νό Ερνέ­στο Φε­νολ­λό­ζα. Ακό­μη, κα­τα­γρά­φο­νται ό­ψεις α­πό το σύγ­χρο­νο Τό­κυο. Εξαι­ρε­τι­κές εί­ναι οι πε­ρι­γρα­φές α­πό τους για­πω­νέ­ζι­κους κή­πους, που θεω­ρού­σε έρ­γα τέ­χνης ι­σά­ξια με τις ει­κό­νες που φι­λο­τε­χνού­σαν οι φλα­μαν­δοί ζω­γρά­φοι. Η τε­λευ­ταία α­φή­γη­ση εί­ναι α­πό το Κιό­το. Μέ­νει η­μι­τε­λής, με την τε­λευ­ταία φρά­ση κομ­μέ­νη στη μέ­ση, να α­να­φέ­ρε­ται στους πε­ρι­πλα­νώ­με­νους σα­μου­ράι, τους ρό­νιν. Οι ε­πι­με­λη­τές, ω­στό­σο, της έκ­δο­σης φρό­ντι­σαν να κλεί­σουν το βι­βλίο με τη διά­λε­ξη, που έ­δω­σε η Γιουρ­σε­νάρ στο Γαλ­λι­κό Ινστι­τού­το του Τό­κυο, μό­λις εί­χε φτά­σει, στις 26 Οκτω­βρίου 1982.
Αφού ε­μείς εί­μα­στε “τό­σο α­νό­η­τοι”, που θα πε­θά­νου­με χω­ρίς να κά­νου­με, ού­τε μια φο­ρά, “το γύ­ρο της φυ­λα­κής μας”, ας δια­βά­σου­με του­λά­χι­στον τα τρία βι­βλία για την Ια­πω­νία, που εκ­δό­θη­καν στα τέ­λη του πε­ρα­σμέ­νου χρό­νου. Εκτός α­πό αυ­τό της Γιουρ­σε­νά­ρ, που ου­δό­λως μνη­μο­νεύ­θη­κε στον Τύ­πο, κυ­κλο­φό­ρη­σαν τα βι­βλία δύο Ελλή­νων, που θα μπο­ρού­σαν η­λι­κια­κά να ή­ταν εγ­γό­νιά της: «Μα­τιές στον κή­πο του χαϊκού» της Ευ­ρυ­δί­κης Τρι­σό­ν-Μιλ­σα­νή (Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης) και το ή­μι­συ του τα­ξι­διω­τι­κού «Από το Τό­κιο στο Χαρ­τούμ» (Εκδό­σεις Κέ­δρος) του ποιη­τή και δι­πλω­μά­τη Γιώρ­γου Βέη. Μά­λι­στα, ο Βέ­ης θυ­μί­ζει τη θαυ­μά­σια, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει, μο­νο­γρα­φία της Γιουρ­σε­νάρ για τον Μι­σί­μα, θεω­ρώ­ντας ό­τι ά­νοι­ξε νέ­ους δρό­μους στην ε­πα­νε­κτί­μη­ση της προ­σφο­ράς του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: