Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Περί νεοελληνικής σάτιρας

«Πόρ­φυ­ρας»
Τεύ­χος 133
Οκτώ­βριος-
Δε­κέμ­βριος 2009
Κέρ­κυ­ρα

Κο­ντεύει να συ­μπλη­ρω­θεί δε­κα­ε­τία α­πό το Συ­νέ­δριο, που εί­χε διορ­γα­νώ­σει ο «Πόρ­φυ­ρας» για τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή σά­τι­ρα, και τα Πρα­κτι­κά του Συ­νε­δρίου δεν έ­χουν α­κό­μη εκ­δο­θεί. Εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί το τριή­με­ρο 2-4 Νο­εμ­βρίου 2001. Σύμ­φω­να με το πρό­γραμ­μα του Συ­νε­δρίου, που α­να­δη­μο­σιεύε­ται στο τρέ­χον τεύ­χος, εί­χαν γί­νει 27 α­να­κοι­νώ­σεις και μια συ­ζή­τη­ση στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας. Κα­τά τους εκ­δό­τες του πε­ριο­δι­κού, κα­τα­βλή­θη­καν προ­σπά­θειες στα εν­διά­με­σα χρό­νια, ω­στό­σο, δεν μπό­ρε­σαν να ε­ξα­σφα­λί­σουν την α­παι­τού­με­νη χο­ρη­γία προς έκ­δο­ση των Πρα­κτι­κών, ό­πως συ­νή­θως γί­νε­ται με α­νά­λο­γα Πρα­κτι­κά Συ­νε­δρίων. Δεν διευ­κρι­νί­ζουν, ό­μως, κα­τά πό­σο στο ά­καρ­πο των προ­σπα­θειών τους βά­ρυ­νε το θέ­μα του Συ­νε­δρίου. Για­τί, κα­κά τα ψέ­μα­τα, άλ­λη αί­γλη ε­ξα­σφα­λί­ζει στον χο­ρη­γό έ­να ε­πε­τεια­κό α­φιέ­ρω­μα σε μια α­πό τις με­γά­λες μορ­φές της ε­πτα­νη­σια­κής λο­γιο­σύ­νης ή α­κό­μη και σε έ­ναν πρε­σβύ­τη ποιη­τή, κι άλ­λη, σε έ­να λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, το ο­ποίο οι αρ­χαίοι Έλλη­νες ά­φη­σαν α­νο­νο­μά­τι­στο και σή­με­ρα αυ­τό το εί­δος λό­γου καλ­λιερ­γεί­ται πα­ρε­μπι­πτό­ντως και χον­δρο­ει­δώς. Τις τε­λευ­ταίες ελ­πί­δες των εκ­δο­τών για ε­ξεύ­ρε­ση οι­κο­νο­μι­κής υ­πο­στή­ρι­ξης φαί­νε­ται να κα­ταρ­ρά­κω­σε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Καί­τοι, τώ­ρα εί­ναι που ο λό­γος πε­ρί σά­τι­ρας κα­θί­στα­ται εκ των ων ουκ ά­νευ. Όπως και να έ­χει, α­πο­φά­σι­σαν να δη­μο­σιεύ­σουν κα­τά δό­σεις τις α­να­κοι­νώ­σεις, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της συ­ζή­τη­σης στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας, την ο­ποία έ­χουν α­πο­μα­γνη­το­φω­νή­σει. Υπό­σχο­νται, μά­λι­στα, να ο­μα­δο­ποιή­σουν συγ­γε­νείς α­να­κοι­νώ­σεις. Η πρώ­τη ο­μά­δα πε­ρι­λαμ­βά­νει εν­νέα α­να­κοι­νώ­σεις και πα­ρου­σιά­ζε­ται με τον γε­νι­κό τίτ­λο, «Πτυ­χές της νε­ο­ελ­λη­νι­κής σά­τι­ρας». Το τεύ­χος α­φιε­ρώ­νε­ται στη μνή­μη τεσ­σά­ρων α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες, που α­πο­δή­μη­σαν κα­τά την εν­διά­με­ση πε­ρίο­δο: Σπύ­ρος Αλ. Καβ­βα­δίας, το 2003, Γιώρ­γος Γ. Αλι­σαν­δρά­τος και Διο­μή­δης Βλά­χος, το 2004, Αλέξ. Αργυ­ρίου, το 2009.
Στις 27 α­να­κοι­νώ­σεις του Συ­νε­δρίου, υ­πάρ­χουν α­να­κοι­νώ­σεις γε­νι­κού πε­ρί σά­τι­ρας πε­ριε­χο­μέ­νου, α­να­κοι­νώ­σεις που α­πο­πει­ρώ­νται με­γα­λύ­τε­ρης ή μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης ι­στο­ρι­κές α­να­δρο­μές στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή σά­τι­ρα και α­να­κοι­νώ­σεις που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε έ­να πρό­σω­πο ή στις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες της σά­τι­ρας, ό­πως γρά­φτη­κε σε κά­ποιο α­πό τα Επτά­νη­σα. Αυ­τά, του­λά­χι­στον, προ­κύ­πτουν α­πό τους τίτ­λους των α­να­κοι­νώ­σεων. Συ­χνά, ό­μως, οι τίτ­λοι α­να­κοι­νώ­σεων, ει­ση­γή­σεων και δια­λέ­ξεων α­πο­βαί­νουν α­πα­τη­λοί, κα­θώς α­ντι­κα­θρε­φτί­ζουν τις φι­λο­δο­ξίες των ο­μι­λη­τών και ε­λά­χι­στα το πε­ριε­χό­με­νο των κει­μέ­νων τους. Στο βαθ­μό που οι συ­γκε­κρι­μέ­νες α­να­κοι­νώ­σεις α­ντα­πο­κρί­νο­νται στους τίτ­λους τους, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι οι τέσ­σε­ρις α­να­κοι­νώ­σεις γε­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου δεν συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν (Δη­μή­τρης Αγγε­λά­τος: «Η σά­τι­ρα, έ­νας ει­δο­λο­γι­κός χα­μαι­λέων», Μά­ριο Βίτ­τι: «Σά­τι­ρα και ρε­α­λι­σμός», Κα­τε­ρί­να Κω­στίου: «Η σά­τι­ρα και οι τε­χνι­κές της», Ερω­τό­κρι­τος Μω­ραΐτης: «Η σά­τι­ρα ως α­να­τρο­πή του κοι­νω­νι­κού προ­σω­πείου»).
Δυο α­να­κοι­νώ­σεις κα­λύ­πτουν την ι­στο­ρι­κή α­να­δρο­μή α­πό τις α­παρ­χές μέ­χρι τον Σο­λω­μό. Αυ­τές θα α­να­με­νό­ταν να δη­μο­σιευ­θούν μα­ζί και η μία με­τά την άλ­λη, ό­πως και εκ­φω­νή­θη­καν. Πα­ρα­δό­ξως, δη­μο­σιεύε­ται μό­νο η πρώ­τη του Γιώρ­γου Κε­χα­γιό­γλου, ε­νώ μέ­νει για την ε­πό­με­νη δό­ση η α­να­κοί­νω­ση του Πα­ντε­λή Βου­του­ρή, με τίτ­λο, «Η σά­τι­ρα στα χρό­νια του Δια­φω­τι­σμού». Πά­ντως, η α­να­κοί­νω­ση του Κε­χα­γιό­γλου, με την ο­ποία και α­νοί­γει το τεύ­χος, κα­λύ­πτει τό­σο με τον τίτ­λο της, «Προϊστο­ρία της σά­τι­ρας: α­πό τις αρ­χές ως τον Σο­λω­μό», ό­σο και με το χρο­νι­κό ά­πλω­μα του κει­μέ­νου, ο­λό­κλη­ρη την πε­ρίο­δο. Το κεί­με­νο θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ο­ρια­κής πυ­κνό­τη­τας, ό­χι μό­νο ό­σο α­φο­ρά το πλή­θος των στοι­χείων, αλ­λά και με βά­ση τις προ­τει­νό­με­νες θεω­ρή­σεις, που α­να­σκευά­ζουν πα­γιω­μέ­νες θέ­σεις. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι αρ­κε­τές α­πό αυ­τές τις θεω­ρή­σεις ε­πι­δέ­χο­νται πε­ραι­τέ­ρω α­νά­πτυ­ξη. Για πα­ρά­δειγ­μα, η ε­ναρ­κτή­ρια θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει θέ­μα μιας α­νε­ξάρ­τη­της α­να­κοί­νω­σης: “Δεν ξέ­ρω κα­τά πό­σο εί­ναι τυ­χαίο το ό­τι η νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία φαί­νε­ται να ξε­κι­νά με τη σά­τι­ρα και ό­χι με το η­ρωι­κό ά­σμα ή την ε­πι­κή μυ­θι­στο­ρία”.
Κα­θό­λου τυ­χαίο, λοι­πόν, που η ποιη­τι­κή σά­τι­ρα ξε­κι­νά στα μέ­σα του 12ου αιώ­να και η α­φη­γη­μα­τι­κή, στα μέ­σα του 14ου, ε­νώ η λι­βε­λο­γρα­φία αν­θεί ή­δη στους Βυ­ζα­ντι­νούς. Κα­θό­λου τυ­χαίοι και οι χώ­ροι, που υ­πο­θάλ­πε­ται: της Εκκλη­σίας, του σχο­λείου και των λο­γίων κύ­κλων. Επί­σης, κα­θό­λου τυ­χαία τα παι­χνι­διά­ρι­κα και βέ­βη­λα στι­χουρ­γή­μα­τα του 15ου αιώ­να. Ακό­μη, κα­θό­λου τυ­χαία και η συ­νέ­χεια στα Επτά­νη­σα. Από την άλ­λη, βο­λι­κή η αρ­χή των πολ­λα­πλών αι­τίων, πολ­λά, ό­μως, μέ­νουν να ε­ρευ­νη­θούν, έ­τσι και κά­νου­με πέ­ρα τις σχη­μα­το­ποιή­σεις των πα­λαιό­τε­ρων. Όπως και να έ­χει, την α­να­κοί­νω­ση συ­νο­δεύει κα­τά­λο­γος σα­τι­ρι­κών κει­μέ­νων α­πό τον 12ο αιώ­να μέ­χρι το 1820. Εκεί α­να­φέ­ρε­ται και η «Αλη­θής Ιστο­ρία», γνω­στό­τε­ρη με τον τίτ­λο που της έ­δω­σε ο Κ.Θ. Δη­μα­ράς, ο «Ανώ­νυ­μος του 1789». Αυ­τή α­πο­τε­λεί το α­ντι­κεί­με­νο της ε­πό­με­νης α­να­κοί­νω­σης α­πό την Ελί­να Τσα­λί­κο­γλου, που κι­νεί­ται στον α­ντί­πο­δα της πύ­κνω­σης.
Η Τσα­λί­κο­γλου, ό­πως ό­λοι οι άρ­τι α­να­γο­ρευ­θέ­ντες δι­δά­κτο­ρες, α­πλώ­νε­ται στο θέ­μα της δια­τρι­βής της, που ή­ταν ο Νε­ο­ελ­λη­νι­κός Δια­φω­τι­σμός, ε­νώ ως α­πό­φοι­τος της Οξφόρ­δης, πλη­θαί­νει τις αγ­γλό­φω­νες πα­ρα­πο­μπές. Πά­ντως, σε υ­πο­ση­μείω­ση και χω­ρίς ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία, α­πορ­ρί­πτει τον Γιώρ­γο Κων­στα­ντά ως πι­θα­νό συγ­γρα­φέα της εν λό­γω σά­τι­ρας. Τέ­λος, ει­σα­γω­γι­κά δια­τεί­νε­ται ό­τι με­τά το 1980 ε­πα­να­ξιο­λο­γή­θη­καν έρ­γα του 18ου και 19ου αιώ­να, φέ­ρο­ντας ως πα­ρά­δειγ­μα τη συ­γκε­κρι­μέ­νη σά­τι­ρα, η ο­ποία, λέει, κυ­κλο­φό­ρη­σε σε τρεις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­δό­σεις. Ου­σια­στι­κά, ό­μως, οι δυο εκ­δό­σεις (της γραμ­μα­το­λο­γίας Σο­κό­λη και του Ινστι­τού­του Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Σπου­δών) ταυ­τί­ζο­νται, α­φού και οι δύο ο­φεί­λο­νται στον Κε­χα­γιό­γλου. Η ελ­λι­πής πα­ρα­πο­μπή στη γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη (α­πό την τρι­με­λή ε­πι­τρο­πή, α­να­φέ­ρο­νται οι δυο, ε­νώ ο τρί­τος α­ντι­κα­θί­στα­ται με το: “κ.ά.”, πα­ρα­λεί­πο­ντας το ό­νο­μα του συ­ντά­κτη των τό­μων Β1 και Β2) πι­στεύου­με ό­τι δη­μιουρ­γεί λαν­θα­σμέ­νες ε­ντυ­πώ­σεις για έ­να ου­σια­στι­κά α­νύ­παρ­κτο εν­δια­φέ­ρον.
Στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται οι δυο α­να­κοι­νώ­σεις, με τις ο­ποίες ά­νοι­γε το Συ­νέ­δριο, και οι ο­ποίες εί­ναι οι μό­νες που α­να­φέ­ρο­νται στα σα­τι­ρι­κά ποιή­μα­τα του Σο­λω­μού. Αυ­τές του Σπύ­ρου Αλ. Καβ­βα­δία και της Αι­κα­τε­ρί­νης Κα­ρα­τά­σου. Από τις υ­πό­λοι­πες α­να­κοι­νώ­σεις γε­νι­κό­τε­ρης στό­χευ­σης, δη­μο­σιεύε­ται η ε­κτε­νής του Δη­μή­τρη Κό­κο­ρη, «Σά­τι­ρα: α­πό τον Κα­ρυω­τά­κη στο Σε­φέ­ρη». Ει­δι­κό­τε­ρου πε­ριε­χο­μέ­νου εί­ναι οι α­να­κοι­νώ­σεις: Της κα­θη­γή­τριας λο­γο­τε­χνι­κής με­τά­φρα­σης Μα­ρίας Τσού­τσου­ρα για την α­να­τρε­πτι­κή δρά­ση της βρα­χυ­λο­γίας στη σά­τι­ρα. Της Αθη­νάς Κο­ρού­λη για τον κερ­κυ­ραίο ποιη­τή Γιάν­νη Σα­ρα­κη­νό. Και τέ­λος, η α­να­κοί­νω­ση του Νί­κια Λού­ντζη. “Φι­λο­παίγ­μο­ν” ι­σχυ­ρί­ζε­ται ο Λού­ντζη ό­τι εί­ναι το ζα­κυν­θι­νό πνεύ­μα και με την ο­μι­λία του πεί­θει για το α­λη­θές του λό­γου. Μια χα­ριέ­στα­τη ο­μι­λία, που ε­ξη­γεί ό­τι η σά­τι­ρα ευ­δο­κί­μη­σε στην πα­λαιά Ζά­κυν­θο, για­τί η νή­σος συ­γκέ­ντρω­νε πο­λι­τι­σμό, αυ­τάρ­κεια και φι­λο­παίγ­μον πνεύ­μα. Εί­ναι μια πει­στι­κή ερ­μη­νεία, μέ­σα α­πό την ο­ποία προ­κύ­πτει το για­τί η σά­τι­ρα έ­χει σή­με­ρα πε­ρι­πέ­σει σε μα­ρα­σμό. Πά­ντως, η ο­μι­λία, θέ­λει δεν θέ­λει, “τε­λειώ­νει σε κλί­μα­κα μι­νό­ρε”: με­τά την Ένω­ση ε­πι­κρά­τη­σε η αρ­χή των συ­γκοι­νω­νού­ντων δο­χείων, η ο­ποία και ε­κτό­πι­σε την ζα­κύν­θια ι­διο­τυ­πία χά­ριν του νε­ο­ελ­λη­νι­κού μέ­σου ό­ρου. Να ση­μειώ­σου­με πως στο Συ­νέ­δριο υ­πήρ­χαν α­να­κοι­νώ­σεις και για την “λευ­κα­δί­τι­κη τρέ­λα”. Απο­μέ­νει η α­να­κοί­νω­ση του Γιώρ­γου Ανδρειω­μέ­νου για τον Γιώρ­γο Σου­ρή ως πα­ρά­δειγ­μα της θέ­σης που έ­χει η σά­τι­ρα στην εκ­παί­δευ­ση. Πά­ντως, σή­με­ρα, ο Σου­ρής έ­χει α­πο­συρ­θεί, αν δεν σφάλ­λου­με, ο­λο­σχε­ρώς, α­πό τα α­να­γνω­στι­κά, μα­ζί με τον Πο­λέ­μη και τους άλ­λους της γε­νιάς του. Θα πα­ρου­σία­ζε εν­δια­φέ­ρον μια κα­τα­γρα­φή των σα­τι­ρι­κών κει­μέ­νων στα εν χρή­σει νε­ο­ελ­λη­νι­κά α­να­γνώ­σμα­τα ό­λων των τά­ξεων και βαθ­μί­δων.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

1 σχόλιο:

Kleon Gelastos είπε...

ΤΑ ΒΌΔΙΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΡΕΠΕΙ»

Κάποτε ήτανε το «θα». Οι πολιτικοί το λέγαν
και στις κλεψιές τους ύστερα και τις βρωμιες πηγαίναν.
Κι ο ελληνικός βοϊδολαός εχαίρονταν να βλέπει
άχυρο να ‘χει πάτωμα και αχουριού μια σκέπη.

Και ήρθε κάποτε ο γιος του γέρου Παπαντρέα
και αν και χρήση έκανε του «θα» σε κόπια νέα
μ’ αυτό μονάχο του έβαλε στον κρόταφο την κάννη
και πάει-τελείωσε το «θα» που πια είχε αποκάνει.


Και τότε κάποιοι ευφυείς –κουτοί μα την αλήθεια-
στα που ελέγαν στο λαό μεγάλα παραμύθια
την πρώτη λέξη άλλαξαν κι αντί με «θα», με «πρέπει»
αρχίζαν τα που ακούραστα πολυλογούσαν έπη.

Και από τότε «πρέπει» ακούς μες στης Βουλής το χάνι,
«πρέπει» το κάθε νουδικό ή πασόκο λέει τσογλάνι,
«πρέπει» κι οι χρυσοπλήρωτοι λεν δημοσιογράφοι,
«πρέπει» τα λίκνα όλα λεν κι αντιβοούν οι τάφοι.

«Πρέπει» ξελαρυγγίζονται υπουργοί στις συγκεντρώσεις,
«πρέπει» ακούς όπου σταθείς ή πόδι όπου απλώσεις,
«πρέπει» στους λόγους του έντιμου, του πρώτου μας πολίτη,
«πρέπει» σε κάθε άτιμου της ευτυχίας μας θύτη.

( «Πρέπει» εδώ «πρέπει» εκεί «πρέπει» και παραπέρα
«πρέπει» επάνω, δεξιά κι αριστερά
«πρέπει» στη θάλασσα στη γη και στον αέρα
«πρέπει» στα όνειρα που κάνουνε φτερά.

«Πρεποειδώς» συμπεριφέρονται οι πάντες
που μανιωδώς θώκους και χρήματα ζητούν-
ψάχνουνε Τράπεζες…μπαούλα…ψάχνουν τσάντες
κι αυτά αν δε βρούνε τότε παίρνουν ό,τι βρουν.

«Πρέπει» εγέμισε το παν-πικρή αλήθεια-
κι αυτό που διόλου δε μου φαίνεται καλό,
είναι πως πλην από τα χείλια και τα στήθια
«πρέπει» εγέμισε κι αυτό τους το μυαλό.)

Κι όπως το «θα» υποταχτικά κατάπιναν-τα βόδια-,
ούτε του «πρέπει» βλέπουνε τα που ορθώνει εμπόδια
για να χαθούν έτσι άσκοπα οι όσοι εγίναν κόποι
και πια ποτέ να μη γινούν-αλίμονο!-ανθρώποι..

Κι όπως γινόταν με το «θα», ο λαός και με το «πρέπει»
σκοτώνει ατός του τη χαρά κι άδεια έχει πάντα τσέπη΄
κι ακόμα αντίς για ουρανό, σπηλιάς μιας βλέπει σκέπη-
και θα ‘λεγε αν τον ρώταγες «γιατί;»,: «γιατί έτσι…πρέπει!»

Γιώργης Χολιαστός