Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Στις συμπληγάδες του χρόνου

Οι τό­μοι με συ­να­γω­γές κει­μέ­νων για έ­ναν συγ­γρα­φέα θέ­τουν το ε­ρώ­τη­μα των πα­ρα­μέ­τρων με τις ο­ποίες αρ­μό­ζει να α­ξιο­λο­γού­νται πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις. Το κα­θο­ρι­στι­κό, προ­φα­νώς, στοι­χείο εί­ναι το ί­διο το α­ντι­κεί­με­νό τους, δη­λα­δή η θέ­ση που κα­τα­λαμ­βά­νει ο εν λό­γω συγ­γρα­φέ­ας στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Όταν, μά­λι­στα, πρό­κει­ται για α­πο­θα­νό­ντα, θα πρέ­πει να γί­νε­ται διά­κρι­ση α­νά­με­σα στη θέ­ση που κα­τεί­χε ό­σο ζού­σε και στη ση­με­ρι­νή, που α­ντι­κα­θρε­φτί­ζει το πώς έ­χει, στο εν­διά­με­σο, κα­τα­γρα­φεί στην ι­στο­ρία των νε­ο­ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των. Ένα δεύ­τε­ρο, αλ­λά κα­θό­λου δευ­τε­ρεύον στοι­χείο στην βα­ρύ­τη­τα, που έ­χει μια πα­ρό­μοια συ­να­γω­γή, εί­ναι οι συ­νερ­γά­τες και η ποιό­τη­τα των κει­μέ­νων τους. Εδώ, οι ση­μα­ντι­κές πα­ρά­με­τροι εί­ναι οι σχέ­σεις του γρά­φο­ντος με τον τι­μώ­με­νο συγ­γρα­φέα και ο χρό­νος, κα­θώς και οι πε­ρι­στά­σεις συγ­γρα­φής του κει­μέ­νου του. Δη­λα­δή, αν α­νή­κει στα κεί­με­να της κρι­τι­κής υ­πο­δο­χής ε­νός βι­βλίου ή μιας άλ­λης έκ­δο­σης του συ­γκε­κρι­μέ­νου συγ­γρα­φέα ή αν αν­θο­λο­γή­θη­κε α­πό α­φιέ­ρω­μα, που έ­γι­νε ζώ­ντος του συγ­γρα­φέα, σε μια φά­ση ακ­μής του. Δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στούν τα με­τα­θα­νά­τια κεί­με­να. Πρώ­τον, οι νε­κρο­λο­γίες, και με­τά τα κεί­με­να, που γρά­φτη­καν με α­φορ­μή μια ε­πα­νέκ­δο­ση και τα πά­σης φύ­σεως ε­πε­τεια­κά, ό­που ο κα­θο­ρι­στι­κός πλέ­ον πα­ρά­γων εί­ναι η χρο­νι­κή α­πό­στα­ση α­πό το θά­να­τό του και η τύ­χη που του ε­πι­φυ­λά­χτη­κε κα­τά την ε­πα­νε­κτί­μη­ση του έρ­γου του. Την συμ­βο­λή ό­λων αυ­τών των ε­πι­μέ­ρους συ­ντε­λε­στών μπο­ρού­με να την ε­κτι­μή­σου­με κα­λύ­τε­ρα με πα­ρά­δειγ­μα τις συ­να­γω­γές κει­μέ­νων για ζώ­ντες συγ­γρα­φείς και πώς αυ­τές σταθ­μί­ζο­νται α­πό το κύ­ρος των προ­σώ­πων.
Μια συ­στη­μα­τι­κή σει­ρά με συ­να­γω­γές κει­μέ­νων για κο­ρυ­φαίους α­πο­θα­νό­ντες συγ­γρα­φείς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­ναι αυ­τή των Πα­νε­πι­στη­μια­κών Εκδό­σεων Κρή­της. Με τον ο­μοιό­μορ­φο γε­νι­κό τίτ­λο, “ει­σα­γω­γή στην ποίη­ση” ή, α­ντι­στοί­χως, “στην πε­ζο­γρα­φία” του άλ­φα ποιη­τή ή του βή­τα πε­ζο­γρά­φου, έ­χουν μέ­χρι στιγ­μής κυ­κλο­φο­ρή­σει ο­κτώ τό­μοι για ποιη­τές (Σο­λω­μός, Κάλ­βος, Κα­βά­φης, οι δυο νο­μπε­λί­στες, Σε­φέ­ρης και Ελύ­της, Εγγο­νό­που­λος, και πρό­σφα­τα, Ρί­τσος) και δυο για “κλα­σι­κούς” της πε­ζο­γρα­φίας μας (Πα­πα­δια­μά­ντης, Κα­ζα­ντζά­κης). Ένας πα­ρό­μοιος τό­μος για έ­ναν τρί­το “κλα­σι­κό” πε­ζο­γρά­φο, τον Γρη­γό­ριο Ξε­νό­που­λο, κυ­κλο­φό­ρη­σε, το 2007, α­πό τις εκ­δό­σεις του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, σε μια σει­ρά συ­νο­δευ­τι­κή των δυο βα­σι­κών σει­ρών του Ιδρύ­μα­τος, της «Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Βι­βλιο­θή­κης», που έ­στη­σε ο Από­στο­λος Σα­χί­νης και με­τά το θά­να­τό του, συ­νε­χί­ζει ο Βαγ­γέ­λης Αθα­να­σό­που­λος, και της «Θε­α­τρι­κής Βι­βλιο­θή­κης», που κα­ταρ­τί­ζει ο Βάλ­τερ Πού­χνε­ρ, ε­πω­μι­ζό­με­νος ο ί­διος τη φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια και των ο­κτώ τό­μων, που έ­χουν μέ­χρι σή­με­ρα εκ­δο­θεί.
Δυο χρό­νια με­τά τον τό­μο για τον Ξε­νό­που­λο, εκ­δό­θη­καν πέ­ρυ­σι δυο τό­μοι για τον Άλκη Θρύ­λο ή, κα­τά κό­σμο, Ελέ­νη Νε­γρε­πό­ντη-Ου­ρά­νη, και τον Πέ­τρο Χά­ρη («Η κρι­τι­κή για τον Άλκη Θρύ­λο» και «Η κρι­τι­κή για τον Πέ­τρο Χά­ρη», σε ε­πι­μέ­λεια Θα­νά­ση Θ. Νιάρ­χου). Δί­δυ­μοι τό­μοι για έ­να λο­γο­τε­χνι­κό δί­δυ­μο, που κυ­ριάρ­χη­σε στο λο­γο­τε­χνι­κό γί­γνε­σθαι τη δε­κα­ε­τία του ’30 και συ­νέ­χι­σε να παί­ζει πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο την ε­πό­με­νη τα­ραγ­μέ­νη δε­κα­ε­τία, ε­νώ ι­σχυ­ρή πα­ρου­σία δια­τη­ρεί και με­τα­πο­λε­μι­κά, χά­ρις στη «Νέα Εστία» και τα βρα­βεία της «Ομά­δας των Δώ­δε­κα». Με βά­ση τη ση­με­ρι­νή προο­πτι­κή, το κοι­νό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τους εί­ναι η με­γά­λη α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στην ε­ξέ­χου­σα θέ­ση που κα­τεί­χαν πά­νω α­πό μια τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τία και την κα­το­πι­νή τους α­φά­νεια. Σχε­δόν ο­λο­σχε­ρής για τον Άλκη Θρύ­λο, με­ρι­κή για τον Πέ­τρο Χά­ρη, που δια­τη­ρεί μια σκιώ­δη θέ­ση στην πε­ζο­γρα­φία του Με­σο­πο­λέ­μου. Το γε­γο­νός ό­τι α­πο­τέ­λε­σαν έ­να δί­δυ­μο κρι­τι­κών με κα­θο­ρι­στι­κό λό­γο στην α­νά­δει­ξη ε­νός βι­βλίου και την κα­θιέ­ρω­ση ε­νός συγ­γρα­φέα, σε συν­δυα­σμό με την α­πο­κα­θή­λω­σή τους, κα­θι­στά εν­δια­φέ­ρου­σα μια δεύ­τε­ρη μα­τιά στο έρ­γο τους. Αυ­τό θα σή­μαι­νε ε­πα­νέκ­δο­ση ο­ρι­σμέ­νων βι­βλίων τους. Στην πε­ρί­πτω­ση, μά­λι­στα, του Άλκη Θρύ­λου, το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” του έρ­γου του συ­νι­στά υ­πο­χρέω­ση του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, που δη­μιουρ­γή­θη­κε το 1972 α­πό το κλη­ρο­δό­τη­μα της με­γά­λης πε­ριου­σίας Νε­γρε­πό­ντη στην Ακα­δη­μία Αθη­νών. Προ­σφο­ρά, που έ­κα­νε ο ί­διος ο Άλκης Θρύ­λος, το 1969. Στη συ­νέ­χεια, λοι­πόν, μιας γε­νι­κό­τε­ρης φρο­ντί­δας, θα έρ­χο­νταν οι συ­να­γω­γές κει­μέ­νων για το συ­γκε­κρι­μέ­νο δί­δυ­μο συγ­γρα­φέων.
Οι δυο τό­μοι δια­φέ­ρουν ου­σια­στι­κά και α­ντί­στοι­χα, διί­στα­νται οι ει­κό­νες που δί­νουν για τους δυο συγ­γρα­φείς. Ωστό­σο, για τη δια­φο­ρά δεν ευ­θύ­νε­ται μό­νο ο ε­πι­με­λη­τής αλ­λά και ο Άλκης Θρύ­λος, που πα­ρα­μέ­λη­σε την έκ­δο­ση βι­βλίων του. Με ε­ξαί­ρε­ση τα τα­ξι­διω­τι­κά του και κά­ποιες νε­α­νι­κές εκ­δό­σεις, ποιή­μα­τα και θε­α­τρι­κά μο­νό­πρα­κτα, ο Άλκης Θρύ­λος στά­θη­κε α­μι­γής κρι­τι­κός και δη, δι­συ­πό­στα­τος. Όντας θε­α­τρι­κός κρι­τι­κός της «Νέ­ας Εστίας», α­πό την ί­δρυ­ση του πε­ριο­δι­κού μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 8 Δε­κεμ­βρίου 1971, και συ­στη­μα­τι­κός κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας σε πλεί­στα ό­σα πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες, φαί­νε­ται πως δεν εί­χε χρό­νο για αυ­το­τε­λείς με­λέ­τες. Από την άλ­λη, αρ­νεί­το να συ­γκε­ντρώ­σει τις κρι­τι­κές του σε βι­βλία. Ένα α­πό τα ε­πι­χει­ρή­μα­τά του ή­ταν πως εί­χε α­να­σκευά­σει πολ­λές α­πό­ψεις του για βι­βλία και πρό­σω­πα. Τε­λι­κά, άλ­λα­ξε γνώ­μη και το 1961 άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύει συ­να­γω­γές δη­μο­σιευ­μά­των του. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι, α­πό τα συ­νο­λι­κά 34 κεί­με­να του πρό­σφα­του τό­μου, τα 31 να εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­να α­πό το 1961 και ύ­στε­ρα. Από αυ­τά, τα 20 συ­νι­στούν κρι­τι­κές για ε­πτά α­πό τα βι­βλία του, που εκ­δό­θη­καν μέ­σα σε ε­κεί­νη την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, ε­νώ τα 11 εί­ναι τρεις νε­κρο­λο­γίες και 8 α­πό τα 11 συ­νο­λι­κά κεί­με­να του μο­να­δι­κού α­φιε­ρώ­μα­τος πε­ριο­δι­κού στον Άλκη Θρύ­λο, αυ­τό της «Νέ­ας Εστίας», κα­τά τη συ­μπλή­ρω­ση ε­νός έ­τους α­πό το θά­να­τό του.
Με ε­ξαί­ρε­ση τα με­τα­θα­νά­τια κεί­με­να, στις κρι­τι­κές των βι­βλίων του, του­λά­χι­στον σε ό­σες δεν προέρ­χο­νται α­πό τους φί­λους του, δια­τυ­πώ­νο­νται και ε­πι­κρί­σεις. Γε­νι­κά, ό­μως, οι 19 γρά­φο­ντες τα 34 κεί­με­να σκια­γρα­φούν μια φω­τει­νή ει­κό­να, την ο­ποία ε­ξω­ραί­ζει πε­ραι­τέ­ρω η ει­σα­γω­γή του ε­πι­με­λη­τή, με τίτ­λο, «Με­τέω­ρο α­νε­πα­νά­λη­πτο». Κεί­με­νο του Κ.Θ. Δη­μα­ρά δεν αν­θο­λο­γεί­ται, στην Ιστο­ρία του, ό­μως, ση­μειώ­νει: «Συ­ντη­ρη­τι­κή τε­λι­κά η διά­θε­σή του, τεί­νει να εκ­φρά­σει την α­ντί­λη­ψη του μέ­σου α­να­γνώ­στη, ε­κεί­νου που έ­χει μέ­τρια ευαι­σθη­σία και σχε­τι­κή καλ­λιέρ­γεια.» Αν υιο­θε­τή­σου­με την κρί­ση του, τό­τε οι κρι­τι­κές του Άλκη Θρύ­λου έ­χα­σαν την α­ξία τους μα­ζί με το θά­να­το αυ­τού του “μέ­σου α­να­γνώ­στη” της ε­πο­χής του. Ο ί­διος, άν­θρω­πος, ό­πως φαί­νε­ται, ε­γκε­φα­λι­κός, με α­νε­πτυγ­μέ­νο το αί­σθη­μα της αυ­το­κρι­τι­κής, διεκ­δι­κού­σε, τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζωής του, για το έρ­γο του την α­ξία χρο­νι­κού. Και πράγ­μα­τι, πρό­κει­ται για έ­να χρο­νι­κό, με πα­κτω­λό πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων για βι­βλία και θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, που πα­ρου­σιά­στη­καν στη διάρ­κεια μιας τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας.
Δια­φο­ρε­τι­κή η πε­ρί­πτω­ση του Πέ­τρου Χά­ρη, που, του­λά­χι­στον ως πε­ζο­γρά­φος, κα­τά κα­νό­να, δια­σώ­ζε­ται στις ι­στο­ρίες νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Στον πρό­σφα­το τό­μο, με α­κρι­βώς τον δι­πλά­σιο α­ριθ­μό σε­λί­δων α­πό ε­κεί­νον για τον Άλκη Θρύ­λο, αν­θο­λο­γού­νται 80 κεί­με­να, 37 συγ­γρα­φέων (λ.χ., ο Γιάν­νης Χατ­ζί­νης συμ­με­τέ­χει με 17 κεί­με­να, ο Βά­σος Βα­ρί­κας με 7 και ο Άλκης Θρύ­λος με 5). Τα κεί­με­να αν­θο­λο­γού­νται α­πό την κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή των βι­βλίων του Χά­ρη, που εκ­δό­θη­καν μέ­χρι το 1982. Δη­λα­δή, δεν υ­πάρ­χου κεί­με­να για τα ε­πτά τε­λευ­ταία του βι­βλία, τα δυο πε­ζο­γρα­φι­κά, το τα­ξι­διω­τι­κό και τα τέσ­σε­ρα με με­λε­τή­μα­τα και δο­κί­μια. Επί­σης, δεν αν­θο­λο­γού­νται κεί­με­να α­πό τα τέσ­σε­ρα, συ­νο­λι­κά, α­φιε­ρώ­μα­τα στον Χά­ρη, που έ­γι­ναν την πε­ρίο­δο 1976-1988. Κυ­ρίως, ό­μως, δεν αν­θο­λο­γού­νται νε­κρο­λο­γίες, ού­τε με­τα­θα­νά­τιες α­πο­τι­μή­σεις. Πι­θα­νώς, για­τί δεν βρέ­θη­καν ού­τε καν στο πε­ριο­δι­κό του, τη «Νέα Εστία». Υπάρ­χει, βε­βαίως, μια μο­να­δι­κή στο «Ex Libris». Υπερ­βάλ­λου­με. Το δί­χως άλ­λο μια συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρη α­να­ζή­τη­ση, ό­λο και κά­ποια θα ε­ντό­πι­ζε.
Ο Χά­ρης πέ­θα­νε το βρά­δυ της 12ης Δε­κεμ­βρίου 1998. Ημέ­ρα Δευ­τέ­ρα. Την προ­η­γού­με­νη Πα­ρα­σκευή, 9 Δε­κεμ­βρίου, εί­χε πε­θά­νει η Λι­λή Ζω­γρά­φου. Θα­μπω­μέ­νο το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό έν­στι­κτο α­πό το σί­ρια­λ, «Η α­γά­πη άρ­γη­σε μια μέ­ρα», και α­πό τον ε­λευ­θε­ριά­ζο­ντα χα­ρα­κτή­ρα της, πρό­βα­λαν ως με­γά­λη τη Ζω­γρά­φου και πυγ­μαίο τον Χά­ρη. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι ο Χά­ρης κα­τεί­χε έ­δρα Ακα­δη­μαϊκού α­πό το 1969 και ό­τι διε­τέ­λε­σε και Πρό­ε­δρος της Ακα­δη­μίας. Πα­ρό­λα αυ­τά, η εί­δη­ση του θα­νά­του του ε­ξα­φα­νί­στη­κε σε ει­δη­σά­ρια πλή­ρη λα­θών. Με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, α­να­φε­ρό­ταν ως εκ­δό­της των «Νέων Γραμ­μά­των», χω­ρίς κα­μιά α­να­φο­ρά στη «Νέα Εστία». Από μια ά­πο­ψη, ο Χά­ρης, γεν­νη­θείς στις 26 Αυ­γού­στου 1902, πέ­θα­νε πο­λύ αρ­γά, σε μια α­μνή­μο­να χώ­ρα. Άργη­σε να πε­θά­νει α­κό­μη και για το πε­ριο­δι­κό του. Τρεις μή­νες νω­ρί­τε­ρα, η «Νέα Εστία» εί­χε α­πο­κτή­σει τον τέ­ταρ­το, στη σει­ρά, διευ­θυ­ντή της. Ο Χά­ρης ξε­κί­νη­σε ως συ­νερ­γά­της του πε­ριο­δι­κού, έ­γι­νε συν­διευ­θυ­ντής το 1933, τον Ια­νουά­ριο του 1934 πα­ντρεύ­τη­κε την πρω­τό­το­κη κό­ρη του διευ­θυ­ντή και εκ­δό­τη, την Κά­κια Ξε­νό­που­λου, τον ί­διο Σε­πτέμ­βριο χώ­ρι­σε και α­πό ε­κεί­νο τον Δε­κέμ­βριο α­νέ­λα­βε διευ­θυ­ντής, μέ­χρι τα τέ­λη του 1987. Στα ε­ξη­ντά­χρο­να του πε­ριο­δι­κού πα­ρέ­δω­σε την σκυ­τά­λη στον Ε. Ν. Μό­σχο.
Κα­τά τα άλ­λα, ε­νώ ο Άλκης Θρύ­λος, με ο­λό­κλη­ρο Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη, δεν ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει βι­βλιο­γρα­φία, ο Χά­ρης βι­βλιο­γρα­φή­θη­κε, έ­στω και η­μι­τε­λώς. Δε­κέμ­βριο 1981, ο Μά­νος Χα­ρι­τά­τος ε­ξέ­δω­σε μια πλή­ρη, έως ε­κεί­νο το έ­τος, ερ­γο­γρα­φία, ό­που η κά­θε έκ­δο­ση ε­νός ε­κά­στου βι­βλίου συ­νο­δεύε­ται α­πό ε­ξαν­τλη­τι­κή κρι­τι­κο­γρα­φία. Μά­λι­στα, σε έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος, πα­ρα­τί­θε­ται αν­θο­λο­γία α­πό τα κρι­τι­κά κεί­με­να, α­κέ­ραια ή α­πο­σπά­σμα­τα. Με αυ­τήν την βι­βλιο­γρα­φι­κή υ­πο­δο­μή, η πρό­σφα­τη αν­θο­λό­γη­ση κρι­τι­κών κει­μέ­νων α­πο­κτά με­γα­λύ­τε­ρη α­ξία, κα­θώς προ­σφέ­ρε­ται και για μια συ­γκρι­τι­κή α­νά­γνω­ση. Πρώ­τον, έ­χου­με κα­λύ­τε­ρη ει­κό­να της αν­θο­λό­γη­σης για κά­θε βι­βλίο μέ­σω του συ­νό­λου των κρι­τι­κών κει­μέ­νων. Δεύ­τε­ρον, ο­ρι­σμέ­να ση­μα­ντι­κά κρι­τι­κά κεί­με­να α­να­δη­μο­σιεύο­νται, ε­δώ, α­κέ­ραια. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα των δυ­σκο­λιών, που θα πρέ­πει να α­ντι­με­τώ­πι­σε ο ε­πι­με­λη­τής, δί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χά­ρη, «Ημέ­ρες ορ­γής (Δε­κέμ­βριος 1944)», που εκ­δό­θη­κε το 1979 και θεω­ρή­θη­κε το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο βι­βλίο του. Τα κα­τα­γε­γραμ­μέ­να κρι­τι­κά κεί­με­να φτά­νουν τα 60, α­πό τα ο­ποία αν­θο­λο­γή­θη­καν μό­νο τέσ­σε­ρα. Την φρο­ντί­δα του έρ­γου του Χά­ρη, ο Χα­ρι­τά­τος τη συ­μπλή­ρω­σε με τη δί­το­μη έκ­δο­ση, «Σα­ρά­ντα χρό­νια κρι­τι­κής ελ­λη­νι­κού πε­ζού λό­γου» (1981, 1985), στην ο­ποία συ­γκε­ντρώ­θη­καν τα κρι­τι­κά του Χά­ρη της «Νέ­ας Εστίας», κα­τά την μα­κριά πε­ρίο­δο, 1928-1956. Τα ε­κτε­νέ­στε­ρα με­λε­τή­μα­τά του σε α­φιε­ρώ­μα­τα του πε­ριο­δι­κού, τα εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει ο ί­διος σε ε­πτά τό­μους, με τον τίτ­λο, «Έλλη­νες πε­ζο­γρά­φοι».
Η ει­σα­γω­γή του ε­πι­με­λη­τή, με τίτ­λο, «Ακέ­νω­τη πα­ρου­σία», ξε­κι­νά με την α­πο­ρία, ποιο μπο­ρεί να εί­ναι το πρώ­το δη­μο­σίευ­μα του Χά­ρη και αν υ­πάρ­χει δη­μο­σίευ­μα με το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα, Γιάν­νης Μαρ­μα­ριά­δης. Μια α­πά­ντη­ση προ­σφέ­ρει ο ί­διος ο Χά­ρης, στο σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό, που έ­δω­σε στον Αδα­μά­ντιο Πα­πα­δή­μα για την αν­θο­λο­γία τού 1923, «Οι νέ­οι διη­γη­μα­το­γρά­φοι», στην ο­ποία συμ­με­τέ­χει και ο Άλκης Θρύ­λος. Κα­τα­θέ­τει ό­τι “πρω­το­φά­νη­κε” στον «Νου­μά», το 1919. Στην Ιστο­ρία Αργυ­ρίου, το πρώ­το δη­μο­σίευ­μα του Χά­ρη στον Νου­μά ε­ντο­πί­ζε­ται στις 26.9.1920. Κα­τά τα άλ­λα, ο ε­πι­με­λη­τής υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, με τη γνω­στή του πει­στι­κή ρη­το­ρι­κή, τον πε­ζο­γρά­φο Πέ­τρο Χά­ρη και τον κρι­τι­κό Άλκη Θρύ­λο, δη­λώ­νο­ντας τον θαυ­μα­σμό του για τις δυο αυ­τές προ­σω­πι­κό­τη­τες των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των, που α­νή­κουν σε έ­να πα­λαιό και σχε­δόν ε­ξα­φα­νι­σμέ­νο εί­δος. Για να συμ­με­ρι­στεί ο α­να­γνώ­στης τις α­πό­ψεις του, θα πρέ­πει, ό­χι μό­νο να ε­μπι­στεύε­ται την α­ντι­κει­με­νι­κό­τη­τα των συ­νο­λι­κά 48 (α­θροί­ζο­ντας τους συ­νερ­γά­τες των δύο τό­μων) συγ­γρα­φέων των κει­μέ­νων, ό­λοι τους, σή­με­ρα, πλην δύο, αν δεν σφάλ­λου­με, α­πο­θα­νό­ντες, αλ­λά και να λο­γα­ριά­ζει, έ­στω και στο ε­λά­χι­στο, το γού­στο τους. Με ε­ξαί­ρε­ση πέ­ντε-έ­ξι ο­νό­μα­τα, πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι οι υ­πό­λοι­ποι έ­χουν πέ­σει στην α­φά­νεια μα­ζί με τους τι­μώ­με­νους. Ύστε­ρα, οι νεό­τε­ροι με­λε­τη­τές σπα­νίως δια­βά­ζουν κρι­τι­κές και ου­δέ­πο­τε γη­γε­νών και πα­λαιό­τε­ρων. Προ­τι­μούν τις θεω­ρίες και τους αλ­λο­δα­πούς.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: