Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Μαγεία η αθάνατη

Διο­νυ­σία Για­λα­μά
«Ελλη­νί­δες μά­γισ­σες
στη Βε­νε­τία
16ος-18ος αιώ­νας»
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας

Δε­κέμ­βριος 2009

«... Ο γε­ρο-Παρ­θέ­νης... έ­κα­με δύο βή­μα­τα κα­τά το ε­ρεί­πιον... βλέ­πει... τρία πρό­σω­πα. Ήσαν γυ­ναί­κες· τρεις γυ­ναί­κες γυ­μναί, ο­λό­γυ­μνοι.. Εις την σκιάν του ε­ρει­πίου, υ­πό τον πέ­πλον της νυ­κτός, τον πε­ριαρ­γυ­ρού­με­νον και δια­τμι­ζό­με­νον α­πό το φέγ­γος της σε­λή­νης. Ίστα­ντο ε­κεί, κ' έ­κυ­πτεν η μία κά­τω εις το έ­δα­φος, σχε­δόν γο­νυ­κλι­νής, η άλ­λη μι­σο­σκυμ­μέ­νη, η τρί­τη ορ­θία α­κό­μη. Ευ­ρί­σκο­ντο ως εις μυ­στή­ριον ε­κεί. Δεν ή­σαν φα­ντά­σμα­τα. Ήσαν ο­λό­σω­μοι. Δεν ή­σαν γυ­μναί σαρ­κός και ο­στέων, δια­φα­νή “πε­ρι­πνεύ­μα­τα”, ό­πως ή­σαν γυ­μναί εν­δυ­μά­των. Τι ή­θε­λα­ν; ... Η μία α­πλώς ε­πε­θύ­μει να λύ­ση την μα­γείαν που της εί­χαν κά­μει. Εις τον γά­μον της, την ώ­ραν της αλ­λα­γής των δα­κτυ­λίων, της εί­χαν “ρί­ξει τα κο­ρί­τσια”. Εγέν­να διαρ­κώς θή­λεα. Πέ­ντε της εί­χαν γεν­νη­θή έως τώ­ρα, κι οι γριές, που γνω­ρί­ζουν α­π' αυ­τά, έ­λε­γαν ό­τι εν­νέα έ­μελ­λε να γεν­νή­σει το ό­λον. Η άλ­λη ή­θε­λε να βλά­ψη μίαν εχ­θράν της, μίαν που ε­με­λέ­τα κα­κά δι' αυ­τήν, και την α­πει­λού­σε, με τα μά­για, να την ε­ξο­λο­θρεύ­ση, αυ­τήν και τον άν­δρα της, και τα παι­διά της. Απε­φά­σι­σε κι αυ­τή να δι­δαχ­θή τας μα­γι­κάς τέ­χνας, α­μυ­νό­με­νη διά ν' α­πο­δώ­ση τα ί­σα. Η μα­γεία δια της μα­γείας λύε­ται. Η τρί­τη, ω! δεν ή­θε­λε να εί­πη τι ε­πε­θύ­μει. Ίσως εί­χε μνη­στή­ρα, ή ε­ρα­στήν, ό­στις δυ­να­τόν να ή­το και μνη­στή­ρ, πι­θα­νόν να ε­γί­νε­το και σύ­ζυ­γος, πλην φευ! δεν την η­γά­πα πλέ­ο­ν· ε­κοί­τα­ζεν αλ­λού, τού εί­χαν χα­λά­σει τα μυα­λά άλ­λαι γυ­ναί­κες. Κι αυ­τή ε­προ­σπά­θει να κα­τα­σκευά­ση φίλ­τρα υ­πό το φέγ­γος το με­λι­χρόν, τη βοή­θεια της ευ­με­νούς Εκά­της, διά να του γυ­ρί­ση τα μυα­λά προς το μέ­ρος της... Ο γε­ρο-Παρ­θέ­νης, φι­λό­θρη­σκος άν­θρω­πος, ό­στις α­νε­γί­νω­σκε και έ­ψαλ­λεν ε­π' εκ­κλη­σίας, εί­δεν, ε­ξέ­στη κα­τε­πλά­γη.. ε­νό­η­σεν ό­τι ή­σαν μά­γισ­σαι...»
Την ι­στο­ρία του γε­ρο-Παρ­θέ­νη την εί­χε α­κού­σει ο α­φη­γη­τής του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­τα­πώς γρά­φει, α­πό τον Νι­κο­λά­κην του Δια­νέλ­λου, τον ύ­στε­ρον γε­νό­με­νον Νή­φω­να μο­να­χόν. Εί­ναι α­πό το διή­γη­μα «Οι μά­γισ­σες», δη­μο­σιευ­μέ­νο 15 Μαΐου 1900, στο πε­ριο­δι­κό του Γε­ρά­σι­μου Βώ­κου, «Το Πε­ριο­δι­κόν μας». Οι μά­γισ­σες του Πα­πα­δια­μά­ντη ή­ταν Σκια­θί­τισ­σες, που έ­ζη­σαν στο δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου αιώ­να. Δη­λα­δή, μα­κρι­νές α­πό­γο­νοι ε­κεί­νων των προ­η­γού­με­νων τριών αιώ­νων, που βρέ­θη­καν ε­γκα­τα­στη­μέ­νες στη Βε­νε­τία και τις ο­ποίες με­λε­τά για τα τε­λευ­ταία 25 χρό­νια, η Διο­νυ­σία Για­λα­μά. Τη σχε­τι­κή έ­ρευ­να την ξε­κί­νη­σε στην Βε­νε­τία, κα­τά την τριε­τία, 1984-1987, ό­ταν ή­ταν υ­πό­τρο­φος του Ελλη­νι­κού Ινστι­τού­του Βυ­ζα­ντι­νών και Με­τα­βυ­ζα­ντι­νών Σπου­δών και τη συ­νέ­χι­σε με την ε­πι­στρο­φή της στην Ελλά­δα, εί­τε ως ερ­γα­ζό­με­νη στα Γε­νι­κά Αρχεία του Κρά­τους εί­τε ως κα­θη­γή­τρια στη Μέ­ση Εκπαί­δευ­ση. Η ι­δέα για τη με­λέ­τη ή­ταν του κα­θη­γη­τή Νι­κό­λα­ου Πα­να­γιω­τά­κη. Επω­φε­λού­με­νη α­πό τις αρ­χεια­κές πη­γές, πα­ρου­σιά­ζει στοι­χεία α­πό τις δι­κο­γρα­φίες της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης για Ελλη­νί­δες, που κα­τη­γο­ρή­θη­καν ως μά­γισ­σες, σκια­γρα­φώ­ντας, ταυ­τό­χρο­να, τις νοο­τρο­πίες και τα θρη­σκευ­τι­κά ή­θη ε­κεί­νων των αιώ­νων.
Ήδη α­πό τον Με­σαίω­να, η μορ­φή της μά­γισ­σας εί­χε α­πο­κτή­σει συ­γκε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που προέρ­χο­νταν α­πό τον συ­γκε­ρα­σμό δια­φο­ρε­τι­κών λαϊκών δο­ξα­σιών γύ­ρω α­πό τις χθό­νιες θεό­τη­τες της γο­νι­μό­τη­τας. Πί­στευαν ό­τι η μά­γισ­σα εί­χε σχέ­ση λα­τρείας με τον διά­βο­λο και ό­τι ε­πε­δίω­κε να προ­κα­λέ­σει το κα­κό. Γε­νι­κώς, ό­τι συ­νερ­γα­ζό­ταν και υ­πη­ρε­τού­σε τον διά­βο­λο, με τον ο­ποίο εί­χε συ­νά­ψει συμ­φω­νία υ­πο­τέ­λειας και πί­στης. Ως α­πο­δει­κτι­κό στοι­χείο αυ­τής της συμ­φω­νίας, θεω­ρού­σαν κά­ποιο ση­μά­δι στο σώ­μα της. Κά­τι σαν δια­βο­λι­κό α­πο­τύ­πω­μα, το ο­ποίο και προ­σπα­θού­σαν να δια­κρί­νουν στο σώ­μα κά­θε κα­τη­γο­ρού­με­νης για μα­γεία. Επί­σης, ε­πι­κρα­τού­σε η ά­πο­ψη ό­τι οι μά­γισ­σες α­νή­καν σε ορ­γα­νω­μέ­νες ο­μά­δες, που ε­πι­βου­λεύο­νταν την Εκκλη­σία. Ο πρώ­τος που α­σχο­λή­θη­κε με την τε­λε­τουρ­γι­κή της μα­γείας ή­ταν ο Θω­μάς Ακι­νά­της.
“Το κυ­νή­γι μα­γισ­σώ­ν” ξε­κί­νη­σε, ό­ταν η Εκκλη­σία άρ­χι­σε να νιώ­θει ό­τι α­πει­λεί­ται α­πό την αι­ρε­τι­κή τους δρά­ση. Ο διωγ­μός τους ε­ντά­θη­κε σε πε­ριο­χές, στις ο­ποίες, δί­πλα στην ε­πί­ση­μη θρη­σκεία, έ­θαλ­λαν δια­φο­ρε­τι­κές θρη­σκευ­τι­κές πε­ποι­θή­σεις. Κυ­ρίως, σε ο­ρει­νά και α­πρό­σι­τα μέ­ρη, ό­πως στα Πυ­ρη­ναία, ό­που ε­πι­βίω­ναν πα­λαιό­τε­ρες πα­γα­νι­στι­κές δο­ξα­σίες. Στη Βε­νε­τία, στην ο­ποία ε­πι­κε­ντρώ­νει τη με­λέ­τη της η Για­λα­μά, ο θε­σμός της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης ε­νερ­γο­ποιή­θη­κε το 1547, ό­ταν ο δό­γης διό­ρι­σε στο πλευ­ρό των ιε­ρο­ε­ξε­τα­στών τρεις εκ­προ­σώ­πους της Πο­λι­τείας. Αρχι­κά, στο στό­χα­στρο της το­πι­κής Ιε­ράς Εξέ­τα­σης ή­ταν ο λου­θη­ρα­νι­σμός. Η κα­τα­στο­λή της μα­γείας ως κύ­ριο έρ­γο της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης εμ­φα­νί­στη­κε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, κα­τά τον 17ο αιώ­να. Τό­τε, το 50% των δι­κο­γρα­φιών φθά­νει να α­φο­ρά κα­τη­γο­ρίες για μα­γεία και α­κο­λου­θούν, σε μι­κρό­τε­ρη έ­κτα­ση, οι δί­κες καλ­βι­νι­στών, ε­μπο­ρίας α­πα­γο­ρευ­μέ­νων βι­βλίων και λου­θη­ρα­νών.
Οι δι­κο­γρα­φίες των Ελλη­νί­δων, που κα­τη­γο­ρή­θη­καν για μα­γεία, α­πο­κα­λύ­πτουν ό­τι πρό­κει­ται για γυ­ναί­κες, των ο­ποίων ο τρό­πος ζωής πα­ρέκ­κλι­νε της χρι­στια­νι­κής η­θι­κής. Αυ­τό μπο­ρού­σε να ση­μαί­νει εί­τε ό­τι συμ­βίω­ναν με κά­ποιον χω­ρίς την ευ­λο­γία της Εκκλη­σίας εί­τε ό­τι εί­χαν κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό έ­ναν γά­μο. Ενώ, πολ­λές α­πό αυ­τές ή­ταν χή­ρες με παι­διά. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες ελ­λη­νί­δες μά­γισ­σες α­πέ­κρυ­πταν την κα­τα­γω­γή τους, κα­θώς οι Βε­νε­τοί φαί­νε­ται ό­τι πί­στευαν πως ό­λες οι Ελλη­νί­δες ή­ταν λί­γο πο­λύ μά­γισ­σες, ταυ­τί­ζο­ντας τη μά­γισ­σα με την γυ­ναί­κα ε­λευ­θε­ρίων η­θών. Έτσι κι αλ­λιώς, η γυ­ναί­κα ε­θεω­ρεί­το ι­κα­νή α­πό τη φύ­ση της να προ­ξε­νεί το κα­κό. Οι ιε­ρο­ε­ξε­τα­στές πί­στευαν ό­τι αι­τία κά­θε συμ­φο­ράς και σα­τα­νι­κής πρά­ξης ή­ταν η γυ­ναί­κα. Πά­ντως, ό­πως και στην ε­πο­χή του Πα­πα­δια­μά­ντη, ή­ταν γε­νι­κό­τε­ρα δια­δε­δο­μέ­νη η ά­πο­ψη ό­τι οι μά­γισ­σες μπο­ρού­σαν να δια­λύ­σουν οι­κο­γέ­νειες ή να κά­νουν έ­να ζευ­γά­ρι α­νί­κα­νο να α­πο­κτή­σει παι­διά.
Τα ε­παγ­γέλ­μα­τα των μα­γισ­σών, που α­να­φέ­ρουν οι δι­κο­γρα­φίες, εί­ναι, κυ­ρίως, πόρ­νες, υ­πη­ρέ­τριες και ζη­τιά­νες. Υπάρ­χουν, ό­μως, και με­ρι­κές, που α­σκού­σαν κά­ποια τέ­χνη, ό­πως υ­φά­ντρες. Σε α­ντί­θε­ση με τους ά­ντρες, που κα­τη­γο­ρή­θη­καν για μα­γεία και οι ο­ποίοι, κα­τά με­γά­λη πλειο­νό­τη­τα, ή­ταν μο­να­χοί και κλη­ρι­κοί. Οι δι­κο­γρα­φίες α­πο­κα­λύ­πτουν πολ­λά στοι­χεία για τον ι­διω­τι­κό βίο των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων, κα­θώς πε­ρι­λαμ­βά­νουν το κεί­με­νο της κα­ταγ­γε­λίας, τα τεκ­μή­ρια, τις α­να­κρί­σεις και τις α­πο­φά­σεις. Συ­νή­θως ο μη­νυ­τής ε­ξέ­θε­τε και υ­πο­στή­ρι­ζε τις κα­τη­γο­ρίες του, α­να­πτύσ­σο­ντας, με την ευ­και­ρία, και τις α­πό­ψεις του πε­ρί μα­γείας. Επί­σης, δή­λω­νε τα κί­νη­τρά του, που κυ­μαί­νο­νταν α­πό εκ­δί­κη­ση για την πρό­κλη­ση α­σθέ­νειας ή θα­νά­του, που δια­τει­νό­ταν ό­τι εί­χε προ­κα­λέ­σει η κα­τη­γο­ρού­με­νη, μέ­χρι έ­γνοια για το γε­νι­κό­τε­ρο κοι­νω­νι­κό κα­λό. Συ­χνά, οι κα­τη­γο­ρίες α­φο­ρού­σαν οι­κο­νο­μι­κή ζη­μιά, α­φού, α­νέ­κα­θεν, οι μά­γισ­σες πλη­ρώ­νο­νταν α­κρι­βά για τις υ­πη­ρε­σίες τους. Τέ­λος, εν ε­κτά­σει, α­να­φέ­ρο­νται στη με­λέ­τη οι κυ­ρώ­σεις και οι ποι­νές, που ε­πι­βάλ­λο­νταν.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν τα εί­δη της μα­γείας, με προ­ε­ξάρ­χου­σα την μα­γεία πε­ρί τα ε­ρω­τι­κά. Στα μα­γι­κά, που στό­χευαν να προ­βλέ­ψουν το μέλ­λον μιας σχέ­σης, α­νή­καν “το ρί­ξι­μο της κορ­δέ­λας” και “το ρί­ξι­μο των σπό­ρω­ν”. Η μά­γισ­σα πέ­τα­γε ε­λι­κο­ει­δώς μια κορ­δέ­λα κι αν τα ά­κρα της έ­με­ναν μέ­σα στους δια­γρα­φό­με­νους κύ­κλους, η έκ­βα­ση της σχέ­σης θα ή­ταν αί­σια. Πα­ρο­μοίως, έ­ρι­χνε δε­κα­ο­χτώ σπό­ρους, συ­νή­θως κου­κιά, κι αν η α­πό­στα­ση α­νά­με­σά τους ή­ταν μι­κρή, η σχέ­ση θα α­πο­κα­θί­στα­το. Στη με­λέ­τη, δί­νο­νται λε­πτο­μέ­ρειες και για άλ­λες πρα­κτι­κές ό­πως “το ρί­ξι­μο του α­λα­τιού και του αρ­γί­λου στη φω­τιά”. Ακό­μη, για πρα­κτι­κές ο­μοιο­πα­θη­τι­κής φύ­σεως, οι ο­ποίες πα­ρα­μέ­νουν μέ­χρι σή­με­ρα, οι πιο γνω­στές. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, η κα­τα­σκευή κέ­ρι­νων ο­μοιω­μά­των. Ψή­νει, λέει, το ο­μοίω­μα πά­νω σε δυ­να­τή φω­τιά και φλέ­γε­ται η καρ­διά του πο­θη­τού προ­σώ­που α­πό ε­πι­θυ­μία. Και βε­βαίως, α­πό τα μα­γι­κά δεν μπο­ρού­σαν να α­που­σιά­ζουν τα υ­λι­κά, που συν­δέ­ο­νταν με τη γυ­ναι­κεία φύ­ση και τη γο­νι­μό­τη­τα και τα ο­ποία ε­ντέ­χνως έ­ρι­χναν στην τρο­φή του α­νυ­πο­ψία­στου και ά­πι­στου α­γα­πη­μέ­νου.
Οι μα­γι­κές τε­λε­τουρ­γίες γί­νο­νταν στο σπί­τι, με προ­νο­μιού­χο μέ­ρος το τζά­κι. Προ­σφο­ρό­τε­ρος, ω­στό­σο, τό­πος θεω­ρού­νταν οι εκ­κλη­σίες, ό­που οι μά­γισ­σες εκ­με­ταλ­λεύο­νταν τα λει­τουρ­γι­κά σκεύη και διά­φο­ρα υ­λι­κά ιε­ρού χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως το κρα­σί της Θείας Ευ­χα­ρι­στίας, το α­για­σμέ­νο λά­δι και τον ά­ζυ­μο άρ­το. Κά­πο­τε, μά­λι­στα, έ­φτα­ναν να μι­μού­νται την τε­λε­τουρ­γία των θείων μυ­στη­ρίων. Με ό­ποιο, ό­μως, μέ­σο και σε ό­ποιο τό­πο και να τε­λού­σαν οι γυ­ναί­κες τα μα­γι­κά τους, φρό­ντι­ζαν να τα πε­ρι­βάλ­λουν με την πρέ­που­σα α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρίου. Προς βοή­θεια νεό­τε­ρων μα­γισ­σών, φαί­νε­ται ό­τι υ­πήρ­χαν χει­ρό­γρα­φα και φυλ­λά­δια με μα­γι­κές συ­ντα­γές και τα λό­για, με τα ο­ποία έ­πρε­πε να συ­νο­δεύο­νται οι πρά­ξεις τους. Εκτός α­πό την ε­ρω­τι­κή μα­γεία δια­δε­δο­μέ­νες ή­ταν και η θε­ρα­πευ­τι­κή μα­γεία, κα­θώς και η μα­ντι­κή, πα­ρό­τι κα­τέ­χουν μι­κρό­τε­ρο μέ­ρος των δι­κο­γρα­φιών.
Το ι­στο­ρι­κό για τις ελ­λη­νί­δες μά­γισ­σες της Βε­νε­τίας, που συ­ντάσ­σει η Για­λα­μά, α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα ε­πι­στη­μο­νι­κή ερ­γα­σία, η ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νε­ται με πρω­το­γε­νές υ­λι­κό α­πό ο­ρι­σμέ­νες δι­κο­γρα­φίες και ε­κτε­νή βι­βλιο­γρα­φία. Προ­σφέ­ρε­ται, ό­μως, ταυ­τό­χρο­να, και ως α­νά­γνω­σμα για έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό γυ­ναι­κών. Κα­κά τα ψέ­μα­τα, δεν εί­ναι και λί­γες ε­κεί­νες, που, σε κά­ποια δύ­σκο­λη στιγ­μή, α­πευ­θύ­νο­νται για βοή­θεια σε κα­φετ­ζού­δες και μά­ντισ­σες. Αν θεω­ρή­σου­με, μά­λι­στα, ό­τι τα τρέ­χο­ντα μπε­στ σέλ­λε­ρ, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­να της Χρύ­σας Δη­μου­λί­δου, α­ντα­να­κλούν μέ­ρος της ελ­λη­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, πολ­λές εί­ναι ε­κεί­νες, που κα­τα­φεύ­γουν, α­κό­μη και σή­με­ρα, στα μά­για για να “δέ­σου­ν” τον ά­ντρα της ζωής τους. Υπάρ­χει, πά­ντως, για τα δύ­στυ­χα θύ­μα­τα, η Αγία Ανα­στα­σία η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια. «Εί­ν' ε­κεί­νη, ή­τις χαλ­νά τα μά­για, ή­τοι λύει πά­σαν γο­η­τείαν και με­θο­δείαν πο­νη­ράν υ­π' εχ­θρών γι­νο­μέ­νην...» Αρκεί να έ­χουν μη­τέ­ρα ά­ξια ως “η ε­ξα­δέλ­φη Μα­χού­λα” του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Πα­ρά­δειγ­μα ε­ντυ­πω­σια­κής μα­γι­κής τε­λε­τής σε χώ­ρο εκ­κλη­σίας δί­νει ο Σκια­θί­της στο διή­γη­μά του «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια», δη­μο­σιευ­μέ­νο κι αυ­τό ε­ντός του 1900. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στις 31 Δε­κεμ­βρίου, στο πε­ριο­δι­κό «Πα­να­θή­ναια». «Αφού ή­να­ψε τα ε­πτά κη­ρία, έ­βγα­λεν α­πό το παμ­μέ­γι­στον κα­λά­θιόν της μα­κρό­τα­τον, υ­πέρ τας ε­κα­τόν ορ­γυιάς, λε­πτόν σχοι­νίον, ο­λο­κί­τρι­νον, ευω­διά­ζον, κη­ρό­πλα­στον...Τού­το λοι­πόν το τε­ρά­στιον κη­ρίον το έ­δε­σεν α­πό την κρι­κέλ­λαν της πα­λαιάς σα­ρα­κω­μέ­νης πόρ­τας του να­ού, εί­τα ήρ­χι­σε να το ελ­κύη, και να το ε­κτυ­λίσ­ση κα­τ' ο­λί­γον α­πό το κα­λά­θιον...και να το προ­σαρ­μό­ζη σύρ­ρι­ζα εις τον τοί­χον...Επτά­κις έ­κα­με τον γύ­ρον του κτι­ρίου, και με ε­πτά έμ­βο­λα κη­ρω­μέ­νου νή­μα­τος πε­ριέ­ζω­σεν, η ε­ξα­δέλ­φη μου Μα­χού­λα, ό­λον τον ναΐσκον...» Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, γοτ­θι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, α­πό τα πολ­λά, που πλέ­κο­νται γύ­ρω α­πό το θέ­μα της μα­γείας, πώς και δεν με­τέ­φρα­σε ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή μή­πως και με­τέ­φρα­σε; Θυ­μί­ζου­με, πά­ντως, ό­τι, το κα­λο­καί­ρι του 1901, με­τέ­φρα­σε τον «Αό­ρα­το» του Γουέ­λς. Ένα μυ­θι­στό­ρη­μα, με α­τμό­σφαι­ρα με­τα­ξύ μα­γείας και ε­πι­στή­μης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στις 18 Ιουλίου 2010

Μελανές σελίδες της Δύσης

Γκερ­ντ Σβέρ­χο­φ
«Η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση»
Με­τά­φρα­ση Ηλίας Τσι­ρι­γκά­κης
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2010

Εί­θι­σται τις εκ­δό­σεις της Εστίας να τις ταυ­τί­ζου­με με τη Σει­ρά Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας χά­ρις στην πα­ρά­δο­ση, που δη­μιούρ­γη­σε με την σχε­δόν κα­τ' α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα έκ­δο­ση των βι­βλίων της γε­νιάς του '30. Πα­ρά­δο­ση, την ο­ποία δια­τη­ρεί σε υ­ψη­λό ε­πί­πε­δο με τη Σει­ρά Σύγ­χρο­νης Ελλη­νι­κής Πε­ζο­γρα­φίας και κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του τρέ­χο­ντος αιώ­να, ό­ταν ε­ορ­τά­ζο­νται οι ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες α­πό τη γέν­νη­ση των Τερ­ζά­κη­δων και Θε­ο­το­κά­δων, ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι με­τα­μο­ντέρ­νας προο­πτι­κής έ­χουν υ­πο­τι­μη­τι­κά α­πο­κα­λέ­σει τους παπ­πού­δες των ση­με­ρι­νών μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων. Στη σύγ­χρο­νη Σει­ρά έ­χουν πα­ρου­σια­στεί πολ­λά υ­πο­σχό­με­νοι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι, που ή­δη τεί­νουν να κα­τα­λά­βουν κα­λές θέ­σεις στο σχη­μα­τι­ζό­με­νο νεό­τε­ρο δυ­να­μι­κό. Ταυ­τό­χρο­να, με ο­ρι­σμέ­νες ε­πί­λε­κτες “με­τα­γρα­φές”, η Σει­ρά δια­σφά­λι­σε και κά­ποιους ση­μα­ντι­κούς πρε­σβύ­τε­ρους. Έχει, βε­βαίως, κι αυ­τή υ­πο­στεί διαρ­ροή δυ­νά­μεων λό­γω “με­τα­γρα­φώ­ν” σε άλ­λους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, που α­να­πλη­ρώ­νουν το έλ­λειμ­μα πα­ρά­δο­σης με ε­κεί­νο του οι­κο­νο­μι­κού σθέ­νους.
Δί­πλα, ω­στό­σο, στις σει­ρές ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, υ­πάρ­χει, ε­κτός πλεί­στων άλ­λων σει­ρών, η συ­στη­μα­τι­κή Σει­ρά Ιστο­ρίας και Πο­λι­τι­κής, που διευ­θύ­νει ο ι­στο­ρι­κός Νί­κος Κα­ρα­πι­δά­κης. Σε αυ­τήν τη σει­ρά εκ­δί­δο­νται ξέ­νες και ελ­λη­νι­κές με­λέ­τες, που κα­λύ­πτουν έ­να ευ­ρύ φά­σμα. Θα πα­ρου­σιά­σου­με δυο πρό­σφα­τους τό­μους της Σει­ράς χω­ρίς να δια­θέ­του­με ι­διαί­τε­ρες γνώ­σεις στο συ­γκε­κρι­μέ­νο θέ­μα πέ­ρα α­πό ε­κεί­νες του μέ­σου α­να­γνώ­στη. Πρό­κει­ται για δυο με­λέ­τες, που α­φο­ρούν σχε­τι­κά με­τα­ξύ τους θέ­μα­τα: τη με­λέ­τη του γερ­μα­νού ι­στο­ρι­κού Γκερ­ντ Σβέρ­χοφ για την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση και ε­κεί­νη της Διο­νυ­σίας Για­λα­μά για τις ελ­λη­νί­δες μά­γισ­σες στη Βε­νε­τία, στη διάρ­κεια τριών αιώ­νων, 16ου, 17ου και 18ου.
Η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση ή­ταν το δι­κα­στή­ριο της ρω­μαιο­κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σίας, που σύ­στη­σε, το 1231, ο πά­πας Γρη­γό­ριος Θ΄ και το ο­ποίο εί­χε, αρ­χι­κά, ως α­πο­στο­λή την κα­τα­πο­λέ­μη­ση των αι­ρέ­σεων και στη συ­νέ­χεια, ό­λων των δρα­στη­ριο­τή­των, που α­πο­δί­δο­νταν σε δια­βο­λι­κή ε­πε­νέρ­γεια, ό­πως η μα­γεία και η αλ­χη­μεία. Η ο­νο­μα­σία του εν λό­γω δι­κα­στη­ρίου δη­λώ­νει, ευ­θύς εξ αρ­χής, την έμ­φα­ση, που δι­νό­ταν στην ε­ξέ­τα­ση μιας κα­ταγ­γε­λίας με μα­κριές α­να­κρί­σεις, κα­τά τις ο­ποίες ε­πι­τρέ­πο­νταν, κα­τό­πιν ε­γκρί­σεως α­πό τον πά­πα Ινο­κέ­ντιο Δ΄, το 1252, και η χρή­ση βα­σα­νι­στη­ρίων. Ο Σβέρ­χο­φ, στην ει­σα­γω­γή της με­λέ­της του, θυ­μί­ζει ό­τι “στην Ιε­ρά Εξέ­τα­ση ε­πιρ­ρί­πτε­ται το με­γα­λύ­τε­ρο με­ρί­διο ευ­θύ­νης για τις με­λα­νές σε­λί­δες στην ι­στο­ρία της Δύ­σης”. Ο ί­διος προ­σπα­θεί να σκια­γρα­φή­σει το ι­στο­ρι­κό της “χω­ρίς ε­μπά­θεια και ζή­λο”, δια­κρί­νο­ντας τη με­σαιω­νι­κή α­πό τη νεό­τε­ρη φά­ση της, αλ­λά και ε­στιά­ζο­ντας στις το­πι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις.
Σε έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο, πα­ρου­σιά­ζει τη πα­πι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση κα­τά τον Με­σαίω­να, ό­πως λει­τούρ­γη­σε στην ι­τα­λι­κή χερ­σό­νη­σο και την νό­τια Γαλ­λία. Αι­τία της ί­δρυ­σής της στά­θη­κε η ε­ξά­πλω­ση σε αυ­τές τις πε­ριο­χές των αι­ρέ­σεων των Κα­θα­ρών και των “πτω­χών του Χρι­στού”. Όπως φαί­νε­ται, ε­νο­χλού­σαν, για­τί δια­τη­ρού­σαν ως πρό­τυ­πο το βίο των Απο­στό­λων και πρέ­σβευαν την α­κτη­μο­σύ­νη, ζη­τώ­ντας α­πό τον κλή­ρο να ε­φαρ­μό­ζει α­πα­ρέ­γκλι­τα τις η­θι­κές αρ­χές. Τό­τε, α­κό­μη, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση δεν α­πο­τε­λού­σε θε­σμό. Υπά­κουε, ό­μως, σε μια σει­ρά σα­φώς δια­τυ­πω­μέ­νων κα­νό­νων, πρα­κτι­κών και στό­χων. Προ­βλε­πό­ταν ε­πιει­κής με­τα­χεί­ρι­ση στους ο­μο­λο­γού­ντες, οι ο­ποίοι έ­πρε­πε, ό­χι μό­νο να α­πο­κη­ρύ­ξουν τις αι­ρε­τι­κές τους ι­δέες αλ­λά και να ορ­κι­στούν ό­τι στο μέλ­λον θα κα­τα­δί­δουν τους αι­ρε­τι­κούς. Για ό­σους α­θωώ­νο­νταν, προ­βλέ­πο­νταν ο­ρι­σμέ­νες ε­λάσ­σο­νες τι­μω­ρίες, ό­πως η α­νάρ­τη­ση του σταυ­ρού της με­τά­νοιας και το προ­σκύ­νη­μα σε ιε­ρό τό­πο. Για τους α­με­τα­νό­η­τους, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, ως εκ­κλη­σια­στι­κό δι­κα­στή­ριο, δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λή­ξει στην θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη. Ως άλ­λος Πό­ντιος Πι­λά­τος, έ­νι­πτε τας χεί­ρας της και τους πα­ρέ­πε­μπε στην κο­σμι­κή ε­ξου­σία. Κά­τι τέ­τοιο, ω­στό­σο, δεν συ­νε­πα­γό­ταν αυ­τό­μα­τα και τον διά της πυ­ράς θά­να­το. Σύμ­φω­να με τα υ­πάρ­χο­ντα τεκ­μή­ρια, η κα­τα­δί­κη στον διά της πυ­ράς θά­να­το α­ντι­στοι­χού­σε στο 1% των πε­ρι­πτώ­σεων. Πά­ντως, οι πρα­κτι­κές της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης προέ­βλε­παν βα­σα­νι­σμούς κα­τά τη φυ­λά­κι­ση για την α­πό­σπα­ση ο­μο­λο­γίας, κα­θώς και τη δη­μιουρ­γία πυ­κνού δι­κτύου αρ­χείων και κα­τα­λό­γων.
Σε έ­να δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, σχο­λιά­ζει την ε­ξά­πλω­ση της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης στην Ιβη­ρι­κή Χερ­σό­νη­σο. Οι α­παρ­χές της το­πο­θε­τού­νται στο 1480, ό­ταν πρω­το­λει­τούρ­γη­σε ως κρα­τι­κός θε­σμός των δύο ι­σπα­νι­κών βα­σι­λείων της Κα­στίλ­λης και της Αρα­γω­νίας. Στους νεό­τε­ρους χρό­νους, ο θε­σμός α­πέ­κτη­σε γρα­φειο­κρα­τι­κή και ιε­ραρ­χι­κή δο­μή, ε­νώ ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε σε συ­γκε­κρι­μέ­νους στό­χους, με πρώ­το και κυ­ριό­τε­ρο, την φυ­λε­τι­κή κά­θαρ­ση. Έργο ε­πί­μοχ­θο, α­ναμ­φι­βό­λως, δε­δο­μέ­νου ό­τι, στον Με­σαίω­να, συμ­βίω­ναν, σε ε­κεί­νες τις πε­ριο­χές, χρι­στια­νοί, μου­σουλ­μά­νοι και Εβραίοι. Οι διωγ­μοί των τε­λευ­ταίων εί­χαν αρ­χί­σει νω­ρί­τε­ρα: το 1290 ε­κτο­πί­στη­καν α­πό την Αγγλία, το 1306 α­πό τη Γαλ­λία, ε­νώ, πε­ρί τα μέ­σα του 14ου αιώ­να, ο α­ντι­ση­μι­τι­σμός ε­ντά­θη­κε στην Ισπα­νία. Ωστό­σο, η ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, στα τρια­κό­σια πε­ρί­που χρό­νια δρά­σης της, στρά­φη­κε και ε­να­ντίον των προ­τε­στα­ντών. Από την Ισπα­νία στην Πορ­το­γα­λία και τού­μπα­λιν, πη­γαι­νοέρ­χο­νταν “ε­βραΐζο­ντες”, δια­νοού­με­νοι και “κον­βέρ­σος”, ζη­τώ­ντας κρη­σφύ­γε­το. Επι­σή­μως, η ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση δια­λύ­θη­κε στις 15 Ιου­λίου 1834, α­πό την α­ντι­βα­σί­λισ­σα Μα­ρία Χρι­στί­να, εν ο­νό­μα­τι της α­νή­λι­κης Ισα­βέλ­λας Β΄. Σύμ­βο­λά της πα­ρέ­μει­ναν ο σταυ­ρός, το κλα­δί ε­λιάς και το ξί­φος. Στη με­λέ­τη α­να­φέ­ρο­νται οι συ­νη­θέ­στε­ροι τύ­ποι βα­σα­νι­στη­ρίων και πε­ρι­γρά­φο­νται οι δη­μό­σιες δια­δι­κα­σίες, κα­τά τις ο­ποίες α­παγ­γέλ­λο­νταν οι κα­τα­δί­κες, γί­νο­νταν οι θα­να­τώ­σεις στην πυ­ρά και τα auto-da-fe (= όρ­κοι πί­στεως). Αυ­τές οι εκ­δη­λώ­σεις πή­ραν, συν τω χρό­νω, την μορ­φή ε­ντυ­πω­σια­κών τε­λε­τών, με τη συρ­ροή με­γά­λου πλή­θους.
Ενδια­φέ­ρον, ό­μως, πα­ρου­σιά­ζει και η μορ­φή της ρω­μαϊκής Ιε­ράς Εξέ­τα­σης κα­τά τους νεό­τε­ρους χρό­νους. Συ­στά­θη­κε το 1542, α­πό τον πά­πα Παύ­λο Γ΄, για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση των αι­ρε­τι­κών. Η ί­δρυ­σή της έ­δει­χνε σαν μια προ­σπά­θεια α­ντί­δρα­σης προς την ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, κα­θώς, τό­τε, με­γά­λο μέ­ρος της Ιτα­λίας βρι­σκό­ταν υ­πό ι­σπα­νι­κή κυ­ριαρ­χία. Νου­νε­χείς οι έ­ξι καρ­δι­νά­λιοι, που α­πο­τε­λού­σαν τη Σύ­νο­δο, το πρώ­το διά­ταγ­μα, που ε­ξέ­δω­σαν, α­πα­γό­ρευε σε βι­βλιο­πώ­λες και τυ­πο­γρά­φους την έκ­δο­ση και τη διά­δο­ση αι­ρε­τι­κών κει­μέ­νων. Ταυ­τό­χρο­να, έ­σπευ­σαν να κα­ταρ­τί­σουν κα­τά­λο­γο α­πα­γο­ρευ­μέ­νων βι­βλίων, με πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό χί­λιους τίτ­λους. Αργό­τε­ρα, δη­μιουρ­γή­θη­κε και ι­διαί­τε­ρη πα­πι­κή αρ­χή, ε­πι­φορ­τι­σμέ­νη με τη λο­γο­κρι­σία. Ση­μειω­τέ­ον, οι ι­τα­λοί ιε­ρο­ε­ξε­τα­στές δεν έ­πρε­πε να εί­ναι μό­νο νο­μο­μα­θείς, ό­πως οι Ισπα­νοί ο­μό­λο­γοί τους, αλ­λά και θε­ο­λό­γοι. Πά­ντως, ό­σο υ­πο­χω­ρού­σε η α­πει­λή του προ­τε­στα­ντι­σμού, τό­σο υ­πο­βαθ­μι­ζό­ταν και ο ρό­λος της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης. Το 1908, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση με­το­νο­μά­στη­κε σε Ιε­ρά Υπη­ρε­σία και το 1965, σε Επι­τρο­πή για το Δόγ­μα και την Πί­στη.
Σε ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρει ο Σβέρ­χοφ τις διώ­ξεις μα­γισ­σών α­πό την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση. Όπως πα­ρα­τη­ρεί, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες δί­κες για μα­γεία, α­πό τον 15ο έως τον 18ο αιώ­να, πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν α­πό κο­σμι­κά δι­κα­στή­ρια. Η μα­γεία ε­νέ­πι­πτε στη δι­καιο­δο­σία της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης μό­νο ό­ταν α­φο­ρού­σε ο­μά­δες αι­ρε­τι­κών, ό­πως οι Κα­θα­ροί, που υ­πήρ­χε η φή­μη ό­τι ε­πι­δί­δο­νταν σε μα­γι­κές τε­λε­τές. Συ­χνά, ό­μως, πα­ρό­μοιες κα­τη­γο­ρίες προέρ­χο­νταν α­πό το ί­διο το πε­ρι­βάλ­λον των Ιε­ρο­ε­ξε­τα­στών και στό­χευαν στη συ­κο­φά­ντη­ση των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων. Η πρώ­τη κα­τα­σκευα­σμέ­νη κα­τη­γο­ρία πα­ρου­σιά­στη­κε το 1440, στο Φρι­μπούρ της Ελβε­τίας, ό­που μια αι­ρε­τι­κή κα­τη­γο­ρή­θη­κε και ε­κτε­λέ­στη­κε ως μά­γισ­σα. Η με­λέ­τη κλεί­νει, πα­ρου­σιά­ζο­ντας το μύ­θο, που δη­μιουρ­γή­θη­κε γύ­ρω α­πό την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση. Την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση α­πο­τε­λού­σε συ­νώ­νυ­μο της θρη­σκευ­τι­κής κα­τα­πίε­σης και με αυ­τή τη μορ­φή τρο­φο­δό­τη­σε την τέ­χνη και την λο­γο­τε­χνία. Θυ­μί­ζει τα χα­ρα­κτι­κά του Γκό­για, αλ­λά και τον Με­γά­λο Ιε­ρο­ε­ξε­τα­στή στους «Αδελ­φούς Κα­ρα­μά­ζωφ» του Ντο­στο­γιέφ­σκι. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία για τη σχέ­ση Ιε­ράς Εξέ­τα­σης και μα­γείας δί­νει η με­λέ­τη της Για­λα­μά, στην ο­ποία θα ε­πα­νέλ­θου­με.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

YEUX GLAUQUES

Ο Γκλάντστοουν ήταν σεβαστός ακόμη
όταν ο Τζον Ράσκιν έγραψε
τους Θησαυρούς του βασιλιά· ο Σουίνμπορν
και ο Ροσσέττι καθυβρίζονταν ακόμη.

Ύψωσε τη φωνή του ο βρομερός Μπιουκάναν
όταν το κεφάλι της, που ήταν σαν φαύνου,
κατάντησε παίγνιο
ζωγράφων και μοιχών.

Τα σκίτσα του Μπερν-Τζόουνς
διαφύλαξαν τα μάτια της·
στην Τέητ, ακόμη διδάσκουν
τον Κοφέτουα να ραψωδεί·

αδύνατος σαν το νερό του ρυακιού,
με βλέμμα απλανές.
Το αγγλικό Ρουμπαγιάτ θνησιγενές
εκείνο τον καιρό.

Το αδύνατο, καθαρό βλέμμα, απαράλλακτο
ξεπετάγεται ακόμη σαν του φαύνου μέσα
απ’ το μισορημαγμένο πρόσωπο,
ερευνητική και παθητική. ...
«Άχ, της δύστυχης της Τζέννυ η περίπτωση»...

Αναστατωμένη που ο κόσμος
δεν δείχνει να εκπλήσσεται
με του τελευταίου της ρουφιάνου
τις μοιχείες.

Έζρα Πάουντ «Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ»
Δίγλωσση αναθεωρημένη έκδοση. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια
Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πατάκη, Απρ. 2010
Δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουλίου 2010

Δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουλίου 2010

Από τον πρώτο στον τελευταίο Γάλλο φιλέλληνα


Eνα κα­λο­και­ρι­νό πρωι­νό - 10 Αυ­γού­στου του 1806 - έ­να βρί­κι, που ερ­χό­ταν α­πό την Τερ­γέ­στη και πή­γαι­νε στη Σμύρ­νη, έ­ρι­ξε ά­γκυ­ρα στα α­νοι­χτά της Με­θώ­νης. Εί­χε α­πό τα πριν κα­νο­νι­στεί να α­πο­βι­βά­σει έ­ναν μο­να­χι­κό ε­πι­βά­τη. Εκεί­νος, τυ­λιγ­μέ­νος με μα­κρύ ρο­μα­ντι­κό μαν­δύα, στε­κό­ταν όρ­θιος στην πλώ­ρη. Με ο­νει­ρο­πό­λο και μα­ζί α­νυ­πό­μο­νο βλέμ­μα, κοί­τα­ζε τη μα­κρι­νή στε­ριά. Μπρος στα μά­τια του υ­ψω­νό­ταν “μια μι­κρή με­σαιω­νι­κή πο­λι­τεία με ε­ρει­πω­μέ­νες βε­νε­τσιά­νι­κες ο­χυ­ρώ­σεις, χω­ρίς ού­τε έ­να πλε­ού­με­νο στο λι­μά­νι της, ού­τε μια ζώ­σα ψυ­χή στην πα­ρα­λία”. Ήταν μια πο­λι­τεία “βυ­θι­σμέ­νη στη σιω­πή, την ε­γκα­τά­λει­ψη και τη λή­θη”.
Η α­προσ­δό­κη­τη α­γκυ­ρο­βο­λία του ξέ­νου πλοίου έ­δω­σε κά­ποια στιγ­μή ζωή στην έ­ρη­μη πα­ρα­λία. Γε­νί­τσα­ροι της φρου­ράς και Τούρ­κοι κά­τοι­κοι το πή­ραν εί­δη­ση. Αυ­τοί έ­στει­λαν τε­λι­κά μια βάρ­κα με πα­νί για να πλη­ρο­φο­ρη­θεί το σκο­πό του κα­τά­πλου. Ο ε­πι­βά­της, φό­ρε­σε μια ζώ­νη γε­μά­τη χρυ­σά νο­μί­σμα­τα, πέ­ρα­σε σ' αυ­τήν δύο πι­στό­λια και πριν ξε­μπαρ­κά­ρει, θύ­μι­σε στον κα­πε­τά­νιο τη συμ­φω­νία τους. Κα­νό­νι­σε να τον πε­ρι­μέ­νει σε μια α­κτή της Αττι­κής, για να τον ξα­να­πά­ρει α­πό την Ελλά­δα. Απο­χαι­ρέ­τη­σε και, κρα­τώ­ντας τις λί­γες α­πο­σκευές του, κα­τέ­βη­κε στη βάρ­κα. Δεν εί­χε προ­λά­βει α­κό­μη να πα­τή­σει στη στε­ριά και άρ­χι­σε η πε­ρι­πέ­τεια. Κά­νο­ντας η βάρ­κα α­να­στρο­φή πλεύ­σης προς την α­κτή, εί­χε κιό­λας ση­κω­θεί δυ­να­τός, α­ντί­θε­τος ά­νε­μος. Αχρή­στευ­σε το πα­νί και ο τι­μο­νιέ­ρης, έ­νας ψη­λός τούρ­κος γέ­ρο­ντας, α­να­γκά­στη­κε να πά­ρει τα κου­πιά. Κω­πη­λα­τώ­ντας κό­ντρα στον ά­νε­μο, κιν­δύ­νευ­σε δύο φο­ρές ν' α­να­πο­δο­γυ­ρι­στεί α­πό τα κύ­μα­τα. Ύστε­ρα α­πό πο­λύ ώ­ρα πλη­σία­σε στη στε­ριά. Με­ρι­κοί α­πό τους συ­να­θροι­σμέ­νους στην πα­ρα­λία μπή­καν ως τη μέ­ση στο νε­ρό. Έσυ­ραν έ­ξω τη βάρ­κα και βοή­θη­σαν τον αι­νιγ­μα­τι­κό ξέ­νο να πη­δή­ξει στα βρά­χια της α­κτής. Οι υ­πό­λοι­ποι τον πε­ρι­στοί­χι­ζαν και τον πε­ριερ­γά­ζο­νταν, κά­νο­ντάς του, ό­λοι μα­ζί, α­κα­τά­λη­πτες ε­ρω­τή­σεις. Μι­λού­σαν έ­να δυσ­νό­η­το μίγ­μα ελ­λη­νι­κής, τουρ­κι­κής και ι­τα­λι­κής γλώσ­σας.
Με αυ­τόν τον γρα­φι­κό και μα­ζί πρω­τό­γο­νο τρό­πο ήρ­θε σε πρώ­τη ε­πα­φή με την Ελλά­δα ο Ρε­νέ ντε Σα­τω­μπριάν. Ήταν έ­νας αυ­θε­ντι­κός α­ρι­στο­κρά­της, ο ο­ποίος εί­χε α­φή­σει έ­να μή­να πριν τα σα­λό­νια του Πα­ρι­σιού, με σκο­πό να “δρέ­ψει ει­κό­νες”, δη­λα­δή ε­ντυ­πώ­σεις, για έ­να βι­βλίο που συ­νέ­γρα­φε γύ­ρω α­πό τις κοι­τί­δες πα­λαιών πο­λι­τι­σμών και να προ­σκυ­νή­σει τους Άγιους Τό­πους. Εκεί­νο που ε­πι­ζη­τού­σε να δει στην Ελλά­δα, ή­ταν η Σπάρ­τη και η Αθή­να, τις δύο πε­ρί­φη­μες αλ­λά και α­ντί­πα­λες πό­λεις της αρ­χαιό­τη­τας. Γι αυ­τό και η δια­μο­νή του δεν ξε­πέ­ρα­σε τις 22 η­μέ­ρες, ό­σες δη­λα­δή χρεια­ζό­ταν έ­νας πε­ριη­γη­τής της ε­πο­χής να δια­σχί­σει Πε­λο­πόν­νη­σο και Αττι­κή. Οι ε­ντυ­πώ­σεις που α­πε­κό­μι­σε συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στο βι­βλίο του «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό το Πα­ρί­σι στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα» ή, αρ­χαϊστί, «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό Πα­ρι­σίων εις Ιε­ρου­σα­λήμ» και α­πο­τε­λούν ό,τι πιο εν­δια­φέ­ρον έ­χει δη­μο­σιευ­τεί για την τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Ελλά­δα στις πα­ρα­μο­νές της Επα­νά­στα­σης.
Κύ­ριο στοι­χείο αυ­τών των ε­ντυ­πώ­σεων εί­ναι η α­πέ­ρα­ντη ε­ρή­μω­ση της ελ­λη­νι­κής γης και η οικ­τρά κα­τά­στα­ση του λα­ού της. Θεω­ρεί­ται, μά­λι­στα, ο πρώ­τος α­πό τους φι­λέλ­λη­νες, που έ­νιω­σε συ­μπο­νε­τι­κά αι­σθή­μα­τα για τους κα­τοί­κους αυ­τού του τό­που, ε­νώ για τους Οθω­μα­νούς δυ­νά­στες, οι ο­ποίο του φά­νη­καν “σαν να εί­ναι κα­τα­σκη­νω­μέ­νοι” στην Ελλά­δα, εκ­δη­λώ­νει βα­θεία α­πο­στρο­φή. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια πα­ρορ­μη­τι­κή ι­διο­συ­γκρα­σία ρο­μα­ντι­κού, με α­νε­ξέ­λε­γκτους εν­θου­σια­σμούς α­πέ­να­ντι στην ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα. Έτσι, στη διάρ­κεια της πε­ριο­δείας του εκ­στα­σιά­ζε­ται. Τον κυ­νη­γούν πα­ντού ο­πτα­σίες του πα­ρελ­θό­ντος. Εντο­πί­ζο­ντας, για πα­ρά­δειγ­μα, την το­πο­θε­σία της αρ­χαίας Σπάρ­της, κραύ­γα­ζε μ' ό­λη τη δύ­να­μή του: «Λεω­νί­δα! Λεω­νί­δα!» Ή, τρώ­γο­ντας στην Ελευ­σί­να μαύ­ρο ψω­μί, που του πρό­σφε­ρε μια γυ­ναί­κα, την ευ­χα­ρι­στού­σε προ­σφω­νώ­ντας την ελ­λη­νι­κά: «Χαί­ρε, Δή­μη­τερ!», ε­νώ για να τι­μή­σει την πό­λη των Αθη­νών, έ­βγα­λε και φό­ρε­σε, πριν μπει, την ε­πί­ση­μη εν­δυ­μα­σία του.
Ο Σα­τω­μπριάν ή, ελ­λη­νι­στί, Σα­τω­βριάν­δος ε­πι­σκέ­πτε­ται τον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο λί­γο με­τά τον Που­κε­βίλ. Εντού­τοις, κα­τα­γρά­φε­ται ως πρώ­τος στη σει­ρά ε­πι­φα­νής γάλ­λος φι­λέλ­λη­νας. Πέ­ραν αυ­τού, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στις προ­δρο­μι­κές μορ­φές του κι­νή­μα­τος του ρο­μα­ντι­σμού, η ο­ποία ά­σκη­σε βα­θύ­τα­τη ε­πιρ­ροή στην ευ­ρω­παϊκή νε­ο­λαία της ε­πο­χής.
Κά­νο­ντας έ­να χρο­νι­κό άλ­μα 14 δε­κα­ε­τιών συν έ­να έ­τος και έ­ναν μή­να, βρι­σκό­μα­στε στις αρ­χές φθι­νο­πώ­ρου του 1947. Κοι­τώ­ντας α­να­λο­γι­κά τις συν­θή­κες, δεν πα­ρου­σιά­ζουν πολ­λές ο­μοιό­τη­τες. Στο εν­διά­με­σο χρο­νι­κό διά­στη­μα έ­χουν αλ­λά­ξει πολ­λά. Ανά­με­σά τους, θε­με­λιώ­δης με­τα­βο­λή το ό,τι η Ελλά­δα έ­χει α­πο­κτή­σει και λει­τουρ­γεί προ πολ­λού ως ε­θνι­κή ο­ντό­τη­τα. Ωστό­σο, μό­λις έ­χει βγει α­πό δεύ­τε­ρη, ευ­τυ­χώς βρα­χεία αυ­τή τη φο­ρά, ξε­νι­κή Κα­το­χή, ε­νώ έ­χουν ή­δη αρ­χί­σει οι πρώ­τες θερ­μές α­ψι­μα­χίες του Εμφυ­λίου.
Σε φύλ­λο ε­φη­με­ρί­δας της 10ης Σεπ. 1947, υ­ψη­λής μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ρίας, δια­βά­ζου­με: “Από την Πε­λο­πόν­νη­σο η κα­τά­στα­σις της δη­μο­σίας τά­ξεως α­ναγ­γέ­λε­ται και πά­λι ως σα­φώς και ε­ξορ­γι­στι­κώς δυ­σά­ρε­στος. Οι συμ­μο­ρί­ται ό­χι μό­νον δεν ε­ξε­μη­δε­νί­σθη­σαν εις την Αρκα­δίαν και Λα­κω­νίαν, κα­θώς τό­σον κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κώς εί­χεν α­να­κοι­νω­θεί, αλ­λ' ε­πε­κτεί­νουν τώ­ρα την δρά­σιν των εις την Τρι­φυλ­λίαν και την Ηλείαν.” Σε φύλ­λο άλ­λης ε­φη­με­ρί­δας, της αυ­τής η­με­ρο­μη­νίας αλ­λά στην καλ­λι­τε­χνι­κή σε­λί­δα, δια­βά­ζου­με: “Ο κ. Πωλ Ραι­νά­λ, διευ­θυ­ντής της Υπη­ρε­σίας Πλη­ρο­φο­ριών της Γαλ­λι­κής Πρε­σβείας, δε­ξιώ­θη­κε στο ξε­νο­δο­χείο της Μ. Βρε­ταν­νίας τους εκ­προ­σώ­πους του Τύ­που και του ελ­λη­νι­κού πνευ­μα­τι­κού κό­σμου, και τους πα­ρου­σία­σε τα μέ­λη του Ομί­λου Αρχαίου Θεά­τρου της Σορ­βώ­νης, που θα παί­ξουν ε­δώ τις δύο αι­σχυ­λι­κές τρα­γω­δίες «Αγα­μέ­μνων» και «Πέρ­σαι». (...) Οι Γάλ­λοι φοι­τη­τές, σε ι­διαί­τε­ρες συ­νο­μι­λίες τους, εκ­φρά­σα­νε τη συ­γκί­νη­ση και τον εν­θου­σια­σμό τους για τον ερ­χο­μό τους στην Ελλά­δα. Όλοι τους ε­μπνέ­ο­νται α­πό την πιο θερ­μή πί­στη στο έρ­γο τους και κρα­τά­νε αυ­στη­ρή α­νω­νυ­μία, α­φού ο θία­σός τους δεν α­πο­βλέ­πει σε προ­σω­πι­κές φι­λο­δο­ξίες αλ­λά σε ο­μα­δι­κή α­πό­δο­ση του ατ­τι­κού δρά­μα­τος. (...) Ας ση­μειω­θεί πως στη δι­δα­σκα­λία των τρα­γω­διών παίρ­νουν μέ­ρος μο­νά­χα οι ά­ντρες, ό­πως στην αρ­χαία Αθή­να. Οι λι­γο­στές φοι­τή­τριες που τους συ­νο­δεύουν τους βο­η­θά­νε στο ντύ­σι­μο κι' εμ­φα­νί­ζο­νται μο­νά­χα στους βου­βούς ρό­λους των α­κο­λού­θων. Οι πα­ρα­στά­σεις του Ομί­λου ο­ρί­στη­καν έ­τσι: Πέ­μπτη 11: «Αγα­μέ­μνων» στο Ωδείο Ηρώ­δου Αττι­κού. Πα­ρα­σκευή 12: Απο­σπά­σμα­τα της «Αντι­γό­νης» στον κή­πο της Αρχαιο­λο­γι­κής Σχο­λής. Κυ­ρια­κή 14: «Πέρ­σαι» στο Θέ­α­τρο της Επι­δαύ­ρου. Τρί­τη 16: «Πέρ­σαι» στο Ωδείο. Σάβ­βα­το 20: «Αγα­μέ­μνων» στο Ωδείο. ” Πα­ρεν­θε­τι­κά, αλ­λά ό­χι ά­σχε­τα, να ση­μειώ­σου­με ε­δώ ό­τι ο νε­α­ρός τό­τε Μά­ριος Πλω­ρί­της δη­μο­σίευ­σε σε γνω­στή ε­φη­με­ρί­δα θε­α­τρι­κή κρι­τι­κή για την πρώ­τη πα­ρά­στα­ση του «Αγα­μέ­μνο­να» στο Ηρώ­δειο.
Eύ­λο­γο να α­να­ρω­τιέ­ται κα­νείς ποιος μπο­ρεί να ή­ταν αυ­τός ο ε­πι­τα­κτι­κός λό­γος, που ο­δή­γη­σε τους νε­α­ρούς γάλ­λους στην Ελλά­δα σε μια στιγ­μή που κο­χλά­ζουν τα εμ­φύ­λια πά­θη. Η α­πά­ντη­ση δί­νε­ται α­πό τον Φι­λο­λο­γι­κό Ρι­ζο­σπά­στη της ε­πο­μέ­νης (11/9/47). Εκεί δια­βά­ζου­με δη­μο­σιευ­μέ­νη «Συ­νο­μι­λία με το Δη­μή­τρη Γα­λά­νη» του Γιώρ­γου Λα­μπρι­νού. Ο διά­ση­μος χα­ρά­κτης, σύμ­φω­να με τη δη­μο­σίευ­ση, βρέ­θη­κε στην Αθή­να ως εκ­πρό­σω­πος της Γαλ­λι­κής Ακα­δη­μίας, στις γιορ­τές των 100 χρό­νων της ε­δώ Γαλ­λι­κής Αρχαιο­λο­γι­κής Σχο­λής. Φαί­νε­ται ό­τι οι ε­ορ­τα­σμοί προ­σέ­λα­βαν πα­νη­γυ­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα και α­κρι­βώς σ' αυ­τούς πρέ­πει να ο­φεί­λε­ται η πα­ρου­σία των γάλ­λων φοι­τη­τών.
Ανά­με­σα. λοι­πόν, στα μέ­λη του Ομί­λου Αρχαίου Θεά­τρου, που κρά­τη­σαν αυ­στη­ρή α­νω­νυ­μία, ε­ντο­πί­ζε­ται και ο νε­α­ρός τό­τε Ζακ Λα­κα­ριέρ. Εί­ναι 22-23 ε­τών, σπου­δά­ζει κλασ­σι­κή φι­λο­λο­γία στη Σορ­βό­νη, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα μέ­λη της θε­α­τρι­κής ο­μά­δας και τα­ξι­δεύει πρώ­τη φο­ρά στην Ελλά­δα, λαμ­βά­νο­ντας μέ­ρος στην πα­ρά­στα­ση της «Αντι­γό­νης». Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι ή­ταν ε­ξί­σου ο­νει­ρο­πό­λος με τον Σα­τω­μπριάν και ε­ξί­σου γο­η­τευ­μέ­νος α­πό τις α­σύλ­λη­πτες σκιές του ελ­λη­νι­κού κό­σμου.
Η α­τμό­σφαι­ρα εί­ναι ε­μπό­λε­μη και μά­λι­στα, μέ­ρα με την η­μέ­ρα βα­ραί­νει προς το χει­ρό­τε­ρο. Πλην της πρω­τεύου­σας, που θεω­ρεί­ται α­σφα­λής, ο η­πει­ρω­τι­κός χώ­ρος κα­τά τό­πους φλέ­γε­ται ή βρί­σκε­ται υ­πό α­νά­φλε­ξη. Πα­ρό­λα αυ­τά, δεν δι­στά­ζει. Σχε­διά­ζει και α­πο­τολ­μά έ­ξο­δο α­πό την Αθή­να και πέ­ρα­σμα σε πε­ριο­χή των α­νταρ­τών. Ξε­φεύ­γει α­πό το αυ­στη­ρό πρό­γραμ­μα της θε­α­τρι­κής ο­μά­δας και μα­ζί με τρεις φί­λους κα­τα­φέρ­νει, την ε­πο­μέ­νη των πρώ­των πα­ρα­στά­σεων στην Αθή­να, να φτά­σει στους Δελ­φούς, ε­νώ στις πλα­γιές του Παρ­νασ­σού α­νταλ­λάσ­σο­νταν εμ­φύ­λια πυ­ρά. “Θυ­μά­μαι - θα ση­μειώ­σει ο ί­διος αρ­γό­τε­ρα - ό­τι συ­νει­δη­το­ποίη­σα πό­σο αλ­λό­κο­το ή­ταν αυ­τό το τα­ξί­δι στην Ελλά­δα. Εί­χα έρ­θει ε­δώ, σπρωγ­μέ­νος α­πό τα φα­ντά­σμα­τα και τις ο­πτα­σίες του πα­ρελ­θό­ντος, για να πα­ρα­στή­σω μπρο­στά στους ση­με­ρι­νούς Έλλη­νες τα δρά­μα­τα και τις φρί­κες του Τρωϊκού Πο­λέ­μου, ε­νώ στους ί­διους αυ­τούς τό­πους διε­ξα­γό­ταν έ­νας άλ­λος πό­λε­μος. ”
Ένα χρό­νο με­τά τη λή­ξη του Εμφυ­λίου, δη­λα­δή Αύ­γου­στο του 1950, ε­πι­στρέ­φει. Μά­λι­στα, ε­κεί­νη την πρώ­τη πε­ρίο­δο, με­τα­ξύ του 1950 και του 1953, που χρο­νο­λο­γού­νται τα πρώ­τα του, μα­κράς πα­ρα­μο­νής, τα­ξί­δια στην Ελλά­δα, ε­πι­σκέ­πτε­ται τα­κτι­κά και δια­μέ­νει σε μο­να­στή­ρια του Αγίου Όρους. “Να πας στον Άθω ση­μαί­νει να κά­μεις έ­να πνευ­μα­τι­κό τα­ξί­δι, ν' α­πο­συρ­θείς α­πό τον κό­σμο, να γί­νεις αό­ρα­τος για κά­ποιο διά­στη­μα, θά 'λε­γα ν' α­πο­γυ­μνω­θείς”, ση­μειώ­νει στο τα­ξι­διω­τι­κό του Ημε­ρο­λό­γιο.
Αντί, λοι­πόν, για τον αρ­χαίο ελ­λη­νι­κό κό­σμο, με τον ο­ποίο εί­χε σμι­λευ­τεί στη Σορ­βό­νη, τον γοή­τευε πε­ρισ­σό­τε­ρο, του­λά­χι­στον την πρώ­τη πε­ρίο­δο, ο έ­τε­ρος πό­λος του ελ­λη­νι­κού κό­σμου, αυ­τός της ορ­θό­δο­ξης α­σκη­τι­κής πα­ρά­δο­σης. Καρ­πός αυ­τών των ε­πι­σκέ­ψεων εί­ναι το βι­βλίο-λεύ­κω­μα «Όρος Άθως, το Άγιον Όρος» (1954) και μια ε­κλε­κτή σει­ρά ασ­πρό­μαυ­ρων φω­το­γρα­φιών. Σ' αυ­τά έρ­χο­νται να προ­στε­θούν και τα πρώ­τα ε­κτε­νή κε­φά­λαια α­πό «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι» (1976), το πιο γνω­στό α­πό τα βι­βλία του, ό­που κα­τα­θέ­τει την ό­λη τα­ξι­διω­τι­κή του ε­μπει­ρία με­τα­ξύ του 1947 και του 1966. Προέ­κυ­ψε, μά­λι­στα, με­τά την α­πα­γό­ρευ­ση ει­σό­δου του στην Ελλά­δα α­πό το α­πρι­λια­νό κα­θε­στώς. Όταν ξα­να­γύ­ρι­σε, το 1976, η με­τα­δι­κτα­το­ρι­κή Ελλά­δα ή­ταν άλ­λης μορ­φής. Εί­χε υ­πο­στεί ου­σια­στι­κές αλ­λα­γές ή το­μές, κα­τά τους τε­χνο­κρά­τες, οι ο­ποίες προ­χω­ρού­σαν με γορ­γούς ρυθ­μούς. Συ­νέ­χι­σε, βε­βαίως, να τα­ξι­δεύει στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο, αλ­λά, α­ντί φτώ­χεια και με­τα­νά­στευ­ση, συ­να­ντού­σε ορ­γα­νω­μέ­νο του­ρι­σμό, α­τμο­σφαι­ρι­κή ρύ­παν­ση και γε­νι­κώς μια χω­ρά που α­κο­λου­θού­σε, μάλ­λον ά­κρι­τα, τις υ­πο­δεί­ξεις των Βρυ­ξελ­λών. Εν ο­λί­γοις, τα­ξί­δευε σε έ­ναν τό­πο ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κό.
Αναμ­φί­βο­λα «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι» α­πο­τε­λεί τη συγ­γρα­φι­κή κο­ρύ­φω­ση του Λα­κα­ριέ­ρ, του­λά­χι­στον σε ό,τι α­φο­ρά την Ελλά­δα. Τα υ­πό­λοι­πα έρ­γα του, πά­λι σε ό,τι α­φο­ρά την Ελλά­δα, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι στέ­κουν και λει­τουρ­γούν γύ­ρω του ως πα­ρα­φυά­δες.
Ποια, ό­μως, η σχέ­ση του εν λό­γω βι­βλίου με το «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό το Πα­ρί­σι στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα» του Σα­τω­μπριά­ν; Για ποι­κί­λους λό­γους δεν ε­πι­δέ­χο­νται λο­γο­τε­χνι­κή ή άλ­λη σύ­γκρι­ση με­τα­ξύ τους. Πέ­ρα α­πό το βα­θύ χρο­νι­κό χά­σμα, ο έ­νας τα­ξί­δε­ψε κα­τ' ε­πι­λο­γήν, ε­νώ ο άλ­λος βρέ­θη­κε κα­τά συν­δρο­μή των πε­ρι­στά­σεων. Επι­πλέ­ον, ο Σα­τω­μπριάν κα­τα­γρά­φε­ται τα­ξι­κά ως βέ­ρος α­ρι­στο­κρά­της, ε­νώ ο Λα­κα­ριέρ ως γό­νος α­στι­κής οι­κο­γέ­νειας. Έτσι, μό­νο συγ­γε­νές στοι­χείο με­τα­ξύ τους μέ­νει ο α­κα­τα­νί­κη­τος εν­θου­σια­σμός για τον ελ­λη­νι­κό κό­σμο, αλ­λά σε ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές. Ωστό­σο, η ταυ­τό­χρο­νη α­νά­γνω­ση πα­ρου­σιά­ζει ε­ξαι­ρε­τι­κό εν­δια­φέ­ρον. Ο μεν έ­νας ως προς τις συν­θή­κες πριν την Επα­νά­στα­ση, ο δε άλ­λος ως προς τις συν­θή­κες πριν η Ελλά­δα μπει σε πο­ρεία κα­θο­λι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού και α­στό­χα­στα θυ­σιά­σει ή, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, με­τα­τρέ­ψει σε μου­σεια­κό εί­δος κά­θε στοι­χείο αυ­θε­ντι­κό­τη­τας.
Ο Σα­τω­μπριάν συ­νά­ντη­σε αν­θρώ­πους, νοο­τρο­πίες και α­ντι­κεί­με­να του προ­ε­πα­να­στα­τι­κού κό­σμου, που χά­νο­νται στο βά­θος του χρό­νου και ό­ταν, προ­σφέ­ρο­ντάς του μαύ­ρο ψω­μί, ε­κεί­νος α­να­φω­νεί «Χαί­ρε, Δή­μη­τερ!», τους εκ­σφεν­δο­νί­ζει σε αέ­ναα βά­θη. Πα­ρα­βλέ­πο­ντας τον ρο­μα­ντι­κής πνοής ο­πτα­σια­σμό, μή­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, μαύ­ρο ψω­μί πρό­σφε­ραν και στον Λακα­ριέ­ρ; Εάν θε­τι­κή η α­πά­ντη­ση, τό­τε η α­πό­στα­ση των πραγ­μά­των, που τον χω­ρί­ζει α­πό τον Σα­τω­μπριάν, φα­ντά­ζει μι­κρό­τε­ρη α­πό αυ­τήν που χω­ρί­ζει ε­μάς α­πό ε­κεί­νον. Φα­ντά­ζει, ό­μως, μό­νο φαι­νο­με­νι­κά, ε­πει­δή βρι­σκό­μα­στε μα­κράν της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ή μή­πως υ­πο­δη­λώ­νει και κά­τι βά­σι­μο; Εί­ναι πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νο να συ­νά­γει κα­νείς συ­μπε­ρά­σμα­τα γε­νι­κής ι­σχύος α­πό έ­να πα­ρά­δειγ­μα. Ενδέ­χε­ται, ό­μως, μα­ζί με άλ­λες πα­ρα­μέ­τρους να α­πο­σα­φη­νί­ζει, με­τα­ξύ των άλ­λων, και τα αί­τια που ε­πέ­φε­ραν ου­σιώ­δη με­τα­σχη­μα­τι­σμό στο πνεύ­μα του φι­λελ­λη­νι­σμού. Πά­ντως, ο “ελ­λη­νι­κός αν­θρω­πι­σμός”, ό­πως τον ο­νο­μά­ζει κά­που ο Λα­κα­ριέ­ρ, ε­τε­λεύ­τη­σε. Μα­ζί ε­τε­λεύ­τη­σε και ό,τι συ­νό­ψι­ζε η έν­νοια πε­ριη­γη­τής. Ευ­τυ­χώς μας μεί­ναν τα βι­βλία, ε­νώ η ί­δια η έν­νοια με­τε­ξε­λίχ­θει στον κερ­δο­φό­ρο σή­με­ρα α­γε­λαίο του­ρι­σμό.
Πέ­τρος Κα­λα­βρός

Λεζάντα 1ης φωτογραφίας: Ο πολιτικός και συγγραφικός βίος του Ρενέ ντε Σατωμπριάν (1768-1848) τοποθετείται στα ναπολεόντεια χρόνια. Θεωρείται, μεταξύ των άλλων, και πρόδρομος του κινήματος του Ρομαντισμού. Ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1806. Οι εντυπώσεις που απεκόμισε, συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα» (1811). Στάθηκε, επίσης, από τους κύριους συντελεστές της πρώτης φιλελληνικής κίνησης στη Γαλλία.

Λεζάντα 2ης φωτογραφίας: Ο Ζακ Λακαριέρ στους Δελφούς το 1947. Είναι καθισμένος στην άκρη του θόλου του ναού της Αθηνάς Προναίας. “Η ημέρα εκείνη του Σεπτεμβρίου του 1947 – σημειώνει αργότερα – που μαζί με τρεις φίλους καταφέραμε να φτάσουμε στους Δελφούς, παρά τον εμφύλιο πόλεμο, και να επισκεφθούμε τον πανέρημο χώρο, υπήρξε μια από τις ωραιότερες της ζωής μου.”

Λεζάντα 3ης φωτογραφίας: Παθιασμένος ελληνιστής ο Ζακ Λακαριέρ (1925-2005) ανακάλυψε τη σύγχρονη Ελλάδα ως μόνιμος ταξιδευτής, αλλά και ως προσεκτικός παρατηρητής, από το 1947 μέχρι το 1966. Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, την πιο γόνιμη σε ταξιδιωτικές αφηγήσεις, κουβαλούσε πάντα μαζί του φωτογραφική μηχανή, μια Leica, και στις περιπλανήσεις του αποτύπωσε εικόνες σπάνιας ευαισθησίας. Αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι αυτή η λήψη στην Κω, το 1960, όπου γίνεται “Ξεφόρτωμα καρπουζιών”. Μετά το θάνατό του οργανώθηκε φωτογραφική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη (3/12/08-11/1/09) με τίτλο «Η Ελλάδα μέσα από το φακό του Ζακ Λακαριέρ». Παρουσιάστηκαν 100 φωτογραφίες, χωρισμένες σε δύο ενότητες: “Δρόμοι του ελληνικού καλοκαιριού” και “Μοναχοί και Ερημίτες του Άθω”.

Δημοσιεύθηκε στις 4 Ιουλίου 2010

Φίλος και οδοιπόρος του ελληνικού χώρου

Ζακ Λα­κα­ριέ­ρ
«Στα ί­χνη του Παυ­σα­νία»
Με­τά­φρα­ση Ει­ρή­νη Α। Ρα­φαή­λ
Εκδό­σεις Χατ­ζη­νι­κο­λή Απρί­λιος 2010

Φι­λέλ­λη­νας δια βίου υ­πήρ­ξε ο Ζακ Λα­κα­ριέρ. “Κι ω­στό­σο δεν μπο­ρώ να δω τον Λα­κα­ριέρ σαν ελ­λη­νι­στή ή φι­λέλ­λη­να - βρί­σκω τη λέ­ξη αυ­τή ε­κα­τέ­ρω­θεν προ­σβλη­τι­κή - ή με­τα­φρα­στή ή συγ­γρα­φέα. Εί­ναι κι ό­λ' αυ­τά. Και ελ­λη­νι­στής και φί­λος της σύγ­χρο­νης Ελλά­δας, και κα­λός με­τα­φρα­στής, και εν­δια­φέ­ρων συγ­γρα­φέ­ας. Αλλ' ε­γώ τον βλέ­πω πά­νω α­π' ό­λα σαν έ­ναν ο­δοι­πό­ρο κα­λό­γε­ρο... Τον βλέ­πω σαν έ­να α­σκη­τή που διά­λε­ξε την Ελλά­δα σα χώ­ρο ν' α­σκή­σει το πνεύ­μα του...” Αυ­τά κα­τα­θέ­τει ο Κώ­στας Τα­χτσής, δύο χρό­νια μι­κρό­τε­ρος του Λα­κα­ριέ­ρ, που τον γνώ­ρι­ζε κα­λά ως φί­λο και με­τα­φρα­στή στο «Τρί­το στε­φά­νι», που εκ­δό­θη­κε στα γαλ­λι­κά το 1967. Η δια­τύ­πω­ση του Τα­χτσή α­πο­πνέει μια δό­ση ρο­μα­ντι­σμού, ω­στό­σο, α­πο­τε­λεί γε­γο­νός ό­τι ο Λα­κα­ριέρ συ­νέ­δε­σε παι­διό­θεν τη ζωή του με την Ελλά­δα.
Γεν­νη­θείς στις 2 Δε­κεμ­βρίου 1925, την πρώ­τη ε­πι­λο­γή την έ­κα­νε το 1937, κα­τά την εγ­γρα­φή του στο Λύ­κειο. Ο πα­τέ­ρας του διηύ­θυ­νε ε­πι­χεί­ρη­ση εκ­με­τάλ­λευ­σης γαιαν­θρά­κων στην Ορλεά­νη, ο­πό­τε ή­θε­λε για τον γιο του, που θα τον δια­δε­χό­ταν, κα­τάρ­τι­ση θε­τι­κής κα­τεύ­θυν­σης. Μια κρί­ση υ­στε­ρίας του έ­φη­βου, που ε­πέ­βα­λε την ε­πέμ­βα­ση για­τρού, α­πέ­τρε­ψε αυ­τήν την προο­πτι­κή. Στο Λύ­κειο γρά­φτη­κε στο τμή­μα κλα­σι­κών σπου­δών. Τό­τε, ξύ­πνη­σε ο ποιη­τής μέ­σα του, που πή­ρε έ­μπνευ­ση α­πό την ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γία. Το 1943, βρέ­θη­κε στο Πα­ρί­σι, σπου­δα­στής κλα­σι­κής φι­λο­λο­γίας στη Σορ­βόν­νη. Εκεί, γνώ­ρι­σε την Ομά­δα Αρχαίου Θεά­τρου της Σορ­βόν­νης και ε­ντάχ­θη­κε, αυ­θω­ρεί και πα­ρα­χρή­μα, στο δυ­να­μι­κό της. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο, σε πα­ρά­στα­ση της «Αντι­γό­νης», που α­νέ­βη­κε στο προ­αύ­λιο του Πα­νε­πι­στη­μίου της Σορ­βόν­νης, έ­παι­ξε την Ισμή­νη. Με την Ομά­δα έ­κα­νε το πρώ­το τα­ξί­δι του στην Ελλά­δα.
Μια πε­ριο­δεία εν και­ρώ Εμφυ­λίου, φθι­νό­πω­ρο του 1947. Ανέ­βα­σαν «Αγα­μέ­μνο­να» και «Πέρ­σες» του Αι­σχύ­λου. “12 Σε­πτέμ­βρη 1947. Χτες στου Ηρώ­δη. Αγα­μέ­μνων α­πό τον Όμι­λο φοι­τη­τών της Σορ­βόν­νης. Συ­γκι­νεί αυ­τή η πα­ρά­στα­ση και κά­νει να σκέ­φτε­σαι. 17 Σε­πτέμ­βρη. Χτες, ξα­νά για Αι­σχύ­λο στου Ηρώ­δη. Πή­ρα­με φτη­νά ει­σι­τή­ρια κι α­νε­βή­κα­με ψη­λά. Τη χά­ρη­κα την πα­ρά­στα­ση κα­θι­σμέ­νος στο χώ­μα”, ση­μειώ­νει ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης στις «Μέ­ρες». Σε ε­κεί­νο το τα­ξί­δι, ο Λα­κα­ριέρ ε­πι­σκέ­φτη­κε και τους Δελ­φούς. Το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι έ­γι­νε το 1950. Ιού­λιο ε­κεί­νου του έ­τους εί­χε ξε­κι­νή­σει με τα πό­δια α­πό την Πορτ ντ' Ιτα­λί στο Πα­ρί­σι για την Ινδία. Συ­νά­ντη­σε, ό­μως, στο δρό­μο του την Ελλά­δα, που, σαν άλ­λη Κίρ­κη, τον μά­γε­ψε. Έφτα­σε τέ­λη Αυ­γού­στου στο Πρί­ντε­ζι και α­πό ε­κεί με καΐκι πέ­ρα­σε στην Κέρ­κυ­ρα, ό­που έ­τυ­χε βα­σι­λι­κής υ­πο­δο­χής α­πό τον δή­μαρ­χο. Λέ­γε­ται ό­τι ή­ταν ο πρώ­τος ξέ­νος, που πά­τα­γε το πό­δι του στο νη­σί με­τά τον Πό­λε­μο. Τρεις μή­νες έ­μει­νε στην Κέρ­κυ­ρα. Την ί­δια χρο­νιά πή­γε στην Κρή­τη, και ε­κεί ή­ταν ο πρώ­τος ξέ­νος, που υ­πο­δέ­χο­νταν. Ο τε­λι­κός, ό­μως, πό­λος έλ­ξης ε­κεί­νου του τα­ξι­διού και άλ­λων που α­κο­λού­θη­σαν ή­ταν το Άγιον Όρος. Εκεί άρ­χι­σε να κρα­τά τα­ξι­διω­τι­κό η­με­ρο­λό­γιο.
Το η­με­ρο­λό­γιο του 1953 α­πό την α­θω­νι­κή πο­λι­τεία έ­δω­σε, ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο με φω­το­γρα­φίες, το πρώ­το του βι­βλίο, το 1954. Το 1957, με­τέ­φρα­σε τις τέσ­σε­ρις πρώ­τες «Ιστο­ρίες» του Ηρο­δό­του. Το 1960, α­κο­λού­θη­σε έ­να “δο­κί­μιο δρα­μα­τουρ­γίας” για τον Σο­φο­κλή. Αργό­τε­ρα, με­τέ­φρα­σε την «Φυλ­λά­δα του Με­γα­λέ­ξαν­δρου» και τους μύ­θους του Αι­σώ­που. Για έ­να διά­στη­μα, πά­ντως, υ­πε­ρί­σχυ­σε ο μυ­στι­κός, που σα­γη­νεύ­τη­κε α­πό τους α­σκη­τές της α­φρι­κα­νι­κής ε­ρή­μου. Τα­ξί­δε­ψε στην Αί­γυ­πτο και την Εγγύς Ανα­το­λή. Το ε­πό­με­νο βι­βλίο του, το 1961, ή­ταν «Οι Ένθε­οι», με υ­πό­τιτ­λο “δο­κί­μιο πε­ρί του Χρι­στια­νι­σμού της Ανα­το­λής”. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, το 1973, ε­ξέ­δω­σε τους «Γνω­στι­κούς». Επα­νέ­καμ­ψε, ό­μως, και στην Ελλά­δα, με μα­κριές πα­ρα­μο­νές στην Πά­τμο και την Ύδρα. Το τε­λευ­ταίο τα­ξί­δι ε­κεί­νης της πρώ­της πε­ριό­δου ή­ταν το φθι­νό­πω­ρο του 1966. Σε ό­λα αυ­τά τα τα­ξί­δια, α­πό νη­σί σε νη­σί, πά­ντο­τε κα­τά­στρω­μα, αλ­λά και στην η­πει­ρω­τι­κή Ελλά­δα, κρα­τού­σε η­με­ρο­λό­γιο. Τον Απρί­λιο του 1967, ε­τοι­μα­ζό­ταν να τα­ξι­δέ­ψει στην Πά­τμο. Λό­γω Δι­κτα­το­ρίας, ό­μως, έ­μει­νε στη Γαλ­λία και α­να­κα­λώ­ντας τις α­να­μνή­σεις του α­πό την Ελλά­δα, έ­γρα­ψε «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι», που εκ­δό­θη­κε το 1976. Τό­τε, ξα­να­τα­ξί­δε­ψε στην Ελλά­δα.
Ωστό­σο, πριν «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι», το 1967, ε­ξέ­δω­σε το «Πε­ρί­πα­τοι στην αρ­χαία Ελλά­δα». Επρό­κει­το για με­τά­φρα­ση της «Πε­ριη­γή­σεως» του Παυ­σα­νία, που πε­ριεί­χε τα κεί­με­να τα σχε­τι­κά με την Ακρό­πο­λη των Αθη­νών, την Αττι­κή, την Αργο­λί­δα, την Αρκα­δία, την Ολυ­μπία, τη Βοιω­τία και τη Φω­κί­δα. Τα λό­για του Παυ­σα­νία συ­νο­δεύο­νταν με δι­κά του σχό­λια γι' αυ­τούς τους τό­πους, ό­πως ο ί­διος τους γνώ­ρι­σε στις πε­ριη­γή­σεις του. Το βι­βλίο ε­πα­νεκ­δό­θη­κε το 1978 και πά­λι, το 1990, στους «Μπλε Οδη­γούς» των εκ­δό­σεων Χα­σέτ. Πα­ρα­δό­ξως, ό­μως, δεν εί­χε με­τα­φρα­στεί στα ελ­λη­νι­κά, πα­ρό­λο που οι εκ­δό­σεις Χατ­ζη­νι­κο­λή άρ­χι­σαν να με­τα­φρά­ζουν συ­στη­μα­τι­κά τον Λα­κα­ριέρ α­πό το 1975, με πρώ­το βι­βλίο το «Οι Γνω­στι­κοί» και δεύ­τε­ρο, το 1980, «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι», που στά­θη­κε και το πιό διά­ση­μο βι­βλίο του Λα­κα­ριέρ. Συ­χνά πα­ραλ­λη­λί­ζε­ται με τον «Κο­λοσ­σό του Μα­ρου­σιού» του Χέν­ρυ Μίλ­λερ. Τε­λι­κά, και οι δύο ο­φεί­λουν μέ­ρος της δια­ση­μό­τη­τάς τους, ι­διαί­τε­ρα τα πρώ­τα χρό­νια της συγ­γρα­φι­κής τους πο­ρείας, στα δυο ελ­λη­νι­κά βι­βλία που έ­γρα­ψαν. Θεω­ρού­νται και οι δύο φι­λέλ­λη­νες. Θα συμ­φω­νού­σα­με, ω­στό­σο, με τον Τα­χτσή, ό­τι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός α­δι­κεί τον Λα­κα­ριέ­ρ, που σχε­δόν υιο­θέ­τη­σε την Ελλά­δα σαν μια δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα. Κα­τά την ε­πτα­ε­τή Δι­κτα­το­ρία, συμ­με­τεί­χε στις α­ντι­στα­σια­κές εκ­δη­λώ­σεις των αυ­το­ε­ξό­ρι­στων Ελλή­νων στο Πα­ρί­σι. Ενώ, ή­δη α­πό το 1957, εί­χε αρ­χί­σει να με­τα­φρά­ζει ποιή­μα­τα και πε­ζά ελ­λή­νων συγ­γρα­φέων, ταυ­τό­χρο­να με τους αρ­χαίους τρα­γι­κούς. Στην Ελλά­δα, συ­γκε­κρι­μέ­να, στο Φε­στι­βάλ του Δή­μου Εξωμ­βούρ­γου της Τή­νου, ή­ταν η τε­λευ­ταία εκ­δή­λω­ση, στην ο­ποία μί­λη­σε. Ήταν Κυ­ρια­κή 4 Σε­πτεμ­βρίου 2005. Πέ­θα­νε λί­γες η­μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, στις 17 Σε­πτεμ­βρίου, στο Πα­ρί­σι. Ο θά­να­τός του θυ­μί­ζει ε­κεί­νον του Γιώρ­γου Ιωάν­νου. Με­τεγ­χει­ρη­τι­κές ε­πι­πλο­κές, ύ­στε­ρα α­πό μια α­πλή ε­πέμ­βα­ση στο γό­να­το. Σύμ­φω­να με την τε­λευ­ταία του ε­πι­θυ­μία, η τέ­φρα του σκορ­πί­στη­κε στο Αι­γαίο, κά­που με­τα­ξύ Ύδρας και Σπε­τσών.
Με με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση, ε­φέ­τος τον Απρί­λιο, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται πέ­ντε χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, εκ­δό­θη­κε το «Πε­ρί­πα­τοι στην αρ­χαία Ελλά­δα», με αυ­τόν, τον γαλ­λι­κό τίτ­λο, ως υ­πό­τιτ­λο. Προ­τάσ­σε­ται χάρ­της και ο πρό­λο­γος της δεύ­τε­ρης έκ­δο­σης, με η­με­ρο­μη­νία, Ια­νουά­ριος 1978. Σε αυ­τόν, ο Λα­κα­ριέρ θυ­μί­ζει ό­τι ο Παυ­σα­νίας έ­ζη­σε το δεύ­τε­ρο μι­σό του 2ου αιώ­να μ. Χ., ά­ρα πε­ρι­γρά­φει μια Ελλά­δα, που, πά­νω α­πό τρεις αιώ­νες, βρί­σκε­ται υ­πό την ρω­μαϊκή κα­το­χή. Σώ­ζο­νται ί­χνη μα­χών και λε­η­λα­τη­μέ­να ιε­ρά. “Μια χώ­ρα πλη­γω­μέ­νη αλ­λά ζω­ντα­νή, μια χώ­ρα κα­τά τό­πους ξα­να­κτι­σμέ­νη, που, στα χρό­νια του Παυ­σα­νία, δια­νύει τον τε­λευ­ταίο αιώ­να της δό­ξας της”. Ο Λα­κα­ριέ­ρ, α­πό τα δέ­κα βι­βλία του Παυ­σα­νία, ε­πι­λέ­γει εν­δια­φέ­ρου­σες πε­ρι­γρα­φές για τα πιο δη­μο­φι­λή α­ξιο­θέ­α­τα. Πε­ζός τα­ξί­δευε ο Παυ­σα­νίας, πε­ζός α­κο­λού­θη­σε τα ί­χνη του και ε­κεί­νος, το 1966. Με τις ση­μειώ­σεις του στή­νει διά­λο­γο με τον αρ­χαίο συγ­γρα­φέα.
Η σύ­ζευ­ξη Παυ­σα­νία-Λα­κα­ριέρ δί­νει έ­να εν­δια­φέ­ρον τα­ξι­διω­τι­κό. Θα μπο­ρού­σε να χρη­σι­μεύ­σει ως ο­δη­γός σε μελ­λο­ντι­κούς τα­ξι­διώ­τες, που θα θε­λή­σουν να α­κο­λου­θή­σουν τα βή­μα­τά τους. Βε­βαίως, αυ­τό το εί­δος του έλ­λη­να τα­ξι­διώ­τη έ­χει προ πολ­λού ε­κλεί­ψει ή έ­στω, σπα­νί­ζει. Ακό­μη και στο πρώ­το κε­φά­λαιο, ο ση­με­ρι­νός Αθη­ναίος θα δυ­σκο­λευ­τεί να τον α­κο­λου­θή­σει. Ο Λα­κα­ριέρ διά­λε­ξε να ξε­κι­νή­σει α­πό την κο­ρυ­φή του Υμητ­τού και με­τά, να ε­πι­σκε­φθεί τη συ­νοι­κία της Πλά­κας και την Ακρό­πο­λη. Στις ε­πό­με­νες σε­λί­δες, δί­νει μια θαυ­μά­σια πε­ρι­γρα­φή των τριών βου­νών, που δε­σπό­ζουν στο α­θη­ναϊκό λε­κα­νο­πέ­διο: ο γυ­μνός Υμητ­τός, η ο­γκώ­δης Πάρ­νη­θα και η ε­πι­βλη­τι­κή Πε­ντέ­λη. Ενώ, πα­ρα­κι­νεί για μια ε­πί­σκε­ψη στα “μι­κρά ιε­ρά” της Αττι­κής: Ρα­μνού­ντα, Αμφια­ρά­ειο, Βραυ­ρώ­να.
Ο Λα­κα­ριέρ έ­τρε­φε ι­διαί­τε­ρη α­δυ­να­μία στους μύ­θους, ό­πως ε­κεί­νον για την Άρτε­μη την Κον­δυ­λεά­τι­δα, που α­πο­κα­λεί­ται και α­παγ­χο­νι­σμέ­νη ή τον άλ­λο μύ­θο για την Σί­βυλ­λα. Λέ­γε­ται ό­τι η Σί­βυλ­λα ή­ταν μια ό­μορ­φη γυ­ναί­κα, που ζού­σε στην Ερυ­θραία της Λυ­δίας. Ζή­τη­σε α­πό τον Απόλ­λω­να να ζή­σει αιώ­νια, λη­σμό­νη­σε ό­μως να ε­κλι­πα­ρή­σει και για αιώ­νια νεό­τη­τα. Οπό­τε άρ­χι­σε να γερ­νά και να ζα­ρώ­νει, κα­τα­λή­γο­ντας στο μέ­γε­θος ε­νός τζίτ­ζι­κα. Τε­λι­κά, η ποι­κι­λία των ι­στο­ριών και ο τρό­πος, που τις γε­φυ­ρώ­νει ο Λα­κα­ριέ­ρ, προ­σφέ­ρο­νται και για κα­θι­στι­κή α­νά­γνω­ση. Κυ­ρίως, για ε­πι­λε­κτι­κή α­νά­γνω­ση, στην ο­ποία σή­με­ρα έ­χου­με με­γά­λη α­δυ­να­μία. Ο Ρου­με­λιώ­της μπο­ρεί να πά­ρει το δρό­μο για τους Δελ­φούς και ο Πε­λο­πον­νή­σιος τους δρό­μους της Αρκα­δίας. Αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, το πι­θα­νό­τε­ρο, δεν θα εν­θου­σια­στούν, δια­βά­ζο­ντας ό­τι οι μα­κρι­νοί πρό­γο­νοί τους τρέ­φο­νταν με βε­λα­νί­δια. Ακό­μη λι­γό­τε­ρο θα χα­ρούν, μα­θαί­νο­ντας ό­τι στα πά­τρια ε­δά­φη τους έ­λα­χε το προ­νό­μιο να γεν­νη­θεί ο πρώ­τος “κα­κός” της αν­θρώ­πι­νης ι­στο­ρίας. Ακρι­βέ­στε­ρα, ο πρώ­τος α­πα­τεώ­νας, ο­νό­μα­τι Λυ­κάων. “Η γε­νε­α­λο­γία των πρώ­των βα­σι­λέων της Αρκα­δίας εί­ναι μια ά­γρια ι­στο­ρία, με πρω­τα­γω­νι­στές αρ­κού­δες και λύ­κους”, συ­νο­ψί­ζει ο συγ­γρα­φέ­ας.
Δια­βά­ζο­ντας τις πε­ρι­γρα­φές του Λα­κα­ριέρ για την Ελλά­δα του 1966 και τα σχό­λιά του για τις το­πο­θε­σίες, που του φαί­νο­νται σχε­δόν σαν α­ναλ­λοίω­τες α­πό τον και­ρό του Παυ­σα­νία, αλ­λά και για τα μέ­ρη, που κρί­νει ό­τι η α­νά­πτυ­ξη πα­ρα­μόρ­φω­σε, συ­νει­δη­το­ποιού­με τον α­φα­νι­σμό, που συ­ντε­λέ­στη­κε κα­τά την εν­διά­με­ση 45ε­τία. Το σή­με­ρα του Λα­κα­ριέρ μας φαί­νε­ται πο­λύ πιο μα­κρι­νό, α­πό ό­σο το σή­με­ρα του Παυ­σα­νία σε ε­κεί­νον. Το μό­νο, που μέ­νει, εί­ναι η α­νά­γνω­ση. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, ο διά­πλους των κει­μέ­νων του Παυ­σα­νία μέ­σω της γαλ­λι­κής με­τά­φρα­σης του Λα­κα­ριέρ δεί­χνει ως μια τε­λείως πε­ριτ­τή τα­λαι­πω­ρία. Με αυ­τό το βι­βλίο, θα πρέ­πει να ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται το έρ­γο του Ζακ Λα­κα­ριέρ στα ελ­λη­νι­κά.
Εάν θεω­ρή­σου­με τον Που­κε­βίλ ως τον πρώ­το γάλ­λο φι­λέλ­λη­να, ο ο­ποίος βρέ­θη­κε στην Ελλά­δα προς τα τέ­λη του 18ου αι., αρ­χι­κά σε συν­θή­κες αιχ­μα­λω­σίας και εν συ­νε­χεία ως Πρό­ξε­νος, τό­τε με τον Ζακ Λα­κα­ριέρ φαί­νε­ται να κλεί­νει ο­ρι­στι­κά ο κύ­κλος του γαλ­λι­κού φι­λελ­λη­νι­σμού, της συ­γκε­κρι­μέ­νης του­λά­χι­στον νοο­τρο­πίας. Εκτός αυ­τών των δύο, που ο­ρί­ζουν το ά­νοιγ­μα και το κλεί­σι­μο του κύ­κλου, και ό­σοι άλ­λοι Γάλ­λοι γνώ­ρι­σαν εν­διά­με­σα την Ελλά­δα τους κα­τεί­χε το ί­διο πε­ρί­που πά­θος. Πε­ριό­δευαν τον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο, ό­χι ως α­νυ­πο­ψία­στοι τα­ξι­διώ­τες, αλ­λά ως πε­ριη­γη­τές, μια ά­γνω­στη και πα­ρω­χη­μέ­νη σή­με­ρα α­ντί­λη­ψη πε­ρί τα­ξι­διού. Προϋπό­θε­ση αυ­τής της α­ντί­λη­ψης ή­ταν η ε­ξοι­κείω­ση με το ελ­λη­νι­κό πα­ρελ­θόν, κά­πο­τε στα ό­ρια της ταύ­τι­σης. Τους σα­γή­νευε και υ­πε­ρί­σχυε πά­ντα ο αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κός κό­σμος, ο ο­ποίος α­πο­τε­λού­σε στα­θε­ρό πε­δίο α­να­φο­ράς, χω­ρίς, βε­βαίως, να πα­ρα­βλέ­πουν ως α­νά­ξια προ­σο­χής τη νέα Ελλά­δα. Ένδει­ξη, αν ό­χι α­πό­δει­ξη, το ό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι έ­φτα­σαν να γνω­ρί­ζουν νέα ελ­λη­νι­κά. Πέ­ραν αυ­τού, λει­τουρ­γού­σαν κα­τά κα­νό­να και ως ά­τυ­ποι πρε­σβευ­τές του νέ­ου ελ­λη­νι­σμού, ι­δίως στους το­μείς του πο­λι­τι­σμού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα ο Λα­κα­ριέ­ρ, ο ο­ποίος, ε­κτός α­πό τον αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό κό­σμο, α­να­κα­λύ­πτει πε­ριο­δεύο­ντας και τον σύγ­χρο­νο, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να συμ­βάλ­λει με­τα­φρά­ζο­ντας στα γαλ­λι­κά αρ­κε­τούς νε­οέλ­λη­νες συγ­γρα­φείς. Λί­γο πο­λύ δεν κά­νει άλ­λο α­πό το να α­κο­λου­θεί τα ί­χνη ε­νός προ­γε­νέ­στε­ρου, του Οκτά­βιου Μερ­λιέ. Ως θέ­μα μας κε­ντρί­ζει. Θα ε­πα­νέλ­θου­με την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στις 27 Ιουνίου 2010

Παπαδιαμαντολογία γύρω από μια μετάφραση

Στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη, ως πρό­σω­πο κυ­ρίως αλ­λά και ως έρ­γο, υ­πήρ­χε α­νέ­κα­θεν μια τά­ση μυ­θο­ποίη­σης. Οι πα­λαιό­τε­ροι α­ρέ­σκο­νταν να τον πα­ρου­σιά­ζουν λί­γο πο­λύ ως κο­σμο­κα­λό­γε­ρο. Ακό­μη, μέ­χρι σή­με­ρα, στο α­να­και­νι­σμέ­νο εκ βά­θρων, σε μνή­μη του, εκ­κλη­σύ­δριον του Αγίου Ελισ­σαίου, η πρό­χει­ρη τα­μπέ­λα της ει­σό­δου τον μνη­μο­νεύει ως τον ά­γιο των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των. Αλλά και οι ση­με­ρι­νοί θε­ρά­πο­ντες και θια­σώ­τες του έ­να μύ­θο καλ­λιερ­γούν, αυ­τόν του ελ­λεί­πο­ντος στα νε­ο­ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα κλα­σι­κού. Το πιο α­νη­συ­χη­τι­κό εί­ναι ό­τι το ε­πι­χει­ρούν στη­ρι­ζό­με­νοι σε θεω­ρίες και ό­χι σε πραγ­μα­το­λο­γι­κά δε­δο­μέ­να. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα αυ­τής της τά­σης έ­δω­σε η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση μιας με­τά­φρα­σής του. Εί­ναι η δω­δέ­κα­τη ε­ντός μιας ει­κο­σα­ε­τίας, που παίρ­νει τη μορ­φή βι­βλίου. Πρό­κει­ται για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χέρ­μπερτ Τζωρτζ Γουέ­λς, «Ο αό­ρα­τος άν­θρω­πος», που με­τα­φρά­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά στα ελ­λη­νι­κά μέ­σω της γαλ­λι­κής με­τά­φρα­σης, με τον τίτ­λο «Ο Αό­ρα­τος», και δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα, «Το Άστυ», σε συ­νέ­χειες, α­πό τις 14 Ιου­λίου μέ­χρι τις 25 Αυ­γού­στου 1901. Η με­τά­φρα­ση δη­μο­σιεύ­θη­κε α­νω­νύ­μως και τεκ­μη­ριώ­θη­κε ως με­τά­φρα­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη προ τε­τρα­ε­τίας, ά­νοι­ξη 2006, α­πό τους φι­λο­λο­γι­κούς ε­πι­με­λη­τές της έκ­δο­σης. (Ε. Γ. Ουέλ­λς «Ο Αό­ρα­τος», με­τά­φρα­ση Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης, φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος- Λα­μπρι­νή Τρια­ντα­φυλ­λο­πού­λου, ε­πί­με­τρο Πέ­γκυ Καρ­πού­ζου, σχέ­δια Εύη Τσα­κνιά, εκ­δό­σεις Κί­χλη, Δε­κέμ­βριος 2009)
Ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­ξοι­κο­νο­μού­σε τα προς το ζήν με­τα­φρά­ζο­ντας για τις ε­φη­με­ρί­δες πά­σης φύ­σεως κεί­με­να, με­τα­ξύ αυ­τών και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Το α­ξιο­ση­μείω­το εί­ναι ό­τι οι με­τα­φρά­σεις του, του­λά­χι­στον ό­σες γνω­ρί­ζου­με, ευ­τυ­χούν και αυ­τό συμ­βαί­νει α­νε­ξάρ­τη­τα του βαθ­μού συγ­γέ­νειας με το βίο και το έρ­γο του με­τα­φρα­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Γουέ­λς κα­τορ­θώ­νει και προσ­δί­δει λο­γο­τε­χνι­κό ύ­φος σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, ε­πι­δει­κνύο­ντας ε­πί­νοια κα­τά την α­πό­δο­ση των ε­πι­στη­μο­νι­κών ό­ρων και πε­ρι­γρα­φών. Κα­τά τα άλ­λα, ού­τε ο βίος ού­τε το έρ­γο του συγ­γε­νεύουν με ε­κεί­να του Γουέ­λς, ό­πως πα­σχί­ζουν να δεί­ξουν τα συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να και στη συ­νέ­χεια, ο Τύ­πος κα­τά την πα­ρου­σία­ση της έκ­δο­σης. Ας ό­ψο­νται ο μύ­θος του Πα­πα­δια­μά­ντη και οι ει­σα­γό­με­νες θεω­ρίες.
Κα­τ' αρ­χάς, γί­νε­ται α­να­φο­ρά στον κοι­νό στε­ρη­μέ­νο βίο Πα­πα­δια­μά­ντη και Γουέ­λς. Όσο α­φο­ρά τον Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­λαιό­τε­ροι και σύγ­χρο­νοι δια­τη­ρούν στο μύ­θο του το στοι­χείο του στε­ρη­μέ­νου. Το­νί­ζουν ό­σα γνω­ρί­σμα­τα τον φέρ­νουν να μοιά­ζει με έ­ναν ση­με­ρι­νό πα­ρία. “Κα­κο­ντυ­μέ­νος... με ξε­φτι­σμέ­νες πά­ντα τις ά­κρες των μα­νι­κιών του... μπο­ρού­σαν να τον πά­ρουν και για υ­πη­ρέ­τη του γρα­φείου”. Βε­βαίως, υ­πάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νοι, που ε­ξω­ραΐζουν την οι­κο­νο­μι­κή του στε­νό­τη­τα. Αυ­τοί τον θέ­λουν ε­παγ­γελ­μα­τία με­τα­φρα­στή “με κα­λές α­μοι­βές στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο”, που “α­πέ­φευ­γε να υ­πο­γρά­ψει τη δου­λειά του”. Κά­τι, δη­λα­δή, σαν μπλα­ζέ δια­νοού­με­νος. Υπε­ρι­σχύει, πά­ντως, η γνώ­μη ό­τι εί­χε, α­πό κά­θε ά­πο­ψη, στε­ρη­μέ­νο βίο. Όσο α­φο­ρά τον Γουέ­λς, τώ­ρα, στα ε­φη­βι­κά του χρό­νια, η οι­κο­γέ­νειά του γνώ­ρι­σε οι­κο­νο­μι­κές δυ­σχέ­ρειες. Ωστό­σο, ό­ταν άρ­χι­σε να πα­ρα­δί­δει μα­θή­μα­τα, ό­ντας α­πό­φοι­τος βιο­λο­γίας του Πα­νε­πι­στη­μίου του Λον­δί­νου, θα ορ­θο­πο­δού­σε, αν δεν εί­χε τό­σο ά­τα­κτη ε­ρω­τι­κή ζωή. Έναν πρώ­το γά­μο με δεύ­τε­ρη ε­ξα­δέλ­φη του, μια συμ­βίω­ση με μα­θή­τριά του κυ­νη­γη­μέ­νος α­πό την σύ­ζυ­γο, τε­λι­κά έ­ναν δεύ­τε­ρο γά­μο με την μα­θή­τρια και έ­ναν πρώ­το γιο, που γεν­νή­θη­κε το 1901, ό­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης με­τέ­φρα­ζε το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Τρια­ντα­πε­ντά­ρης, τό­τε, ο Γουέ­λς, ή­ταν έ­νας μπε­στ-σε­λε­ρί­στας, που ε­πι­ζη­τού­σε ε­φή­με­ρες πε­ρι­πέ­τειες. Η ε­πι­τυ­χία εί­χε έρ­θει νω­ρίς, α­πό το πρώ­το του βι­βλίο ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, το 1895. Τα τέσ­σε­ρα πρώ­τα, που ε­ξέ­δω­σε ε­ντός μιας τε­τρα­ε­τίας, 1895-1898, στά­θη­καν και τα δη­μο­φι­λέ­στε­ρα. Ωστό­σο, στα κα­θ’ η­μάς, κρι­τι­κός ε­φη­με­ρί­δας με με­γά­λο κύ­ρος και κυ­κλο­φο­ρία, σχο­λιά­ζει: “Μοιά­ζει να α­πο­τε­λεί ευ­τύ­χη­μα η πνευ­μα­τι­κή συ­νά­ντη­ση των δυο συγ­γρα­φέων, σε μια ε­πο­χή που ή­ταν και οι δυο φτω­χοί και ά­ση­μοι...”
Ο σύγ­χρο­νος μύ­θος του Πα­πα­δια­μά­ντη τον α­πο­κα­θαί­ρει α­πό τις θρη­σκευ­τι­κές του συ­νή­θειες, ό­πως συ­χνούς εκ­κλη­σια­σμούς, ψαλ­τι­κή και παν­νυ­χί­δες, ως α­σύμ­βα­τες με μια ευ­ρω­παϊκή ταυ­τό­τη­τα. Ωστό­σο, εκ­δό­τες και Τύ­πος, ι­δίως αυ­τός ο δεύ­τε­ρος, τον θυ­μού­νται α­νελ­λι­πώς κά­θε Χρι­στού­γεν­να και Πά­σχα. Ενδει­κτι­κά, πα­ρα­μο­νές Χρι­στου­γέν­νων κυ­κλο­φό­ρη­σε η πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση. Την Κυ­ρια­κή του Πά­σχα θυ­μά­ται να τον μνη­μο­νεύ­σει συ­ντά­κτης έ­τε­ρης με­γά­λης ε­φη­με­ρί­δας, σχο­λιά­ζο­ντας: “Μέ­ρα που εί­ναι ας μνη­μο­νεύ­σου­με Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη μιας κι έ­χου­με πιά­σει στο χέ­ρι κα­τ' αυ­τάς πρό­σφα­τα εκ­δο­θέν κεί­με­νό του...”
Πέ­ραν, ό­μως, της ό­ποιας συγ­γέ­νειας στα του βίου των δυο συγ­γρα­φέων, ε­ντο­πί­ζουν και “ε­κλε­κτι­κές συγ­γέ­νειες” με­τα­ξύ του ή­ρωα του συ­γκε­κρι­μέ­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Γουέ­λς και της Φρα­γκο­γιαν­νούς. Θεω­ρούν ό­τι και οι δύο συ­νι­στούν τρα­γι­κά πρό­σω­πα, α­φού αμ­φο­τέ­ρων “ ψη­λώ­νει ο νους”. Ωστό­σο, ο ή­ρωας του Γουέ­λς, ού­τε με τον ε­αυ­τό του συ­γκρούε­ται ού­τε με το πε­πρω­μέ­νο του και μάλ­λον “ο νους του δεν ψη­λώ­νει”. Ένας πεί­σμων ε­πι­στή­μο­νας εί­ναι, στα ό­ρια της εμ­μο­νής, που βρί­σκει κα­κό τέ­λος. Αυ­τή η ά­πο­ψη ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης πρέ­πει να α­να­γνώ­ρι­σε κά­τι δι­κό του, με κά­τι να “συ­ντο­νί­στη­κε”, για να δώ­σει μια με­τά­φρα­ση, την ο­ποία εί­θι­σται να στο­λί­ζουν με κο­σμη­τι­κά ε­πί­θε­τα, συ­χνά πο­μπώ­δη και α­σα­φή, εί­ναι ά­κρως ε­πι­σφα­λής. Και θα φα­νεί αυ­τό σύ­ντο­μα. Εντός του έ­τους ελ­πί­ζου­με ό­λοι να πραγ­μα­το­ποιη­θεί η υ­πο­σχε­μέ­νη έκ­δο­ση της με­τά­φρα­σης α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Μπραμ Στόου­κερ «Ο Δρά­κου­λας». Οπό­τε θα πα­ρου­σια­στεί το δί­λημ­μα των συγ­γε­νειών, που θα πρέ­πει να ε­πι­νο­η­θούν, ει­δάλ­λως πως θα δι­καιο­λο­γη­θεί η κα­λή με­τά­φρα­ση.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο σύγ­χρο­νος μύ­θος του Πα­πα­δια­μά­ντη τον θέ­λει ε­ναρ­μο­νι­σμέ­νο με τον ευ­ρω­παϊκό λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να. Προς τού­το, οι θεω­ρη­τι­κοί α­να­κα­λύ­πτουν ό­τι τα ε­κλε­κτό­τε­ρα των διη­γη­μά­των του εί­ναι κρυ­φο­μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Πά­ντως, συμ­φω­νούν με τους πα­λαιό­τε­ρους ό­τι ομ­φα­λός του έρ­γου του πα­ρα­μέ­νει το “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα” «Η Φό­νισ­σα». Δια­φω­νούν, ω­στό­σο, ως προς το κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, που δί­νει στο εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα αυ­τήν την δε­σπό­ζου­σα θέ­ση στο πα­πα­δια­μά­ντειο σύ­μπαν. Κα­τ' αυ­τούς πρό­κει­ται για το πε­ρι­βό­η­το θέ­μα του “Άλλου”. Εξ ου και η συγ­γέ­νεια με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Γουέ­λς. Ακρι­βώς, για να συ­ζη­τη­θεί εν ε­κτά­σει το θέ­μα της ε­τε­ρό­τη­τας, δη­μο­σιεύε­ται στο ε­πί­με­τρο της πρό­σφα­της με­τά­φρα­σης κεί­με­νο της Πέ­γκυς Καρ­πού­ζου, στην ο­ποία ο­φεί­λου­με τη με­τά­φρα­ση με­τά ει­σα­γω­γής της με­λέ­της του Τέρ­ρυ Ήγκλε­τον «Με­τά τη θεω­ρία». Ενώ, α­που­σιά­ζει η συ­νή­θης πα­ρου­σία­ση συγ­γρα­φέα και έρ­γου. Πι­θα­νώς κρί­θη­κε ως τε­τριμ­μέ­νο συ­μπλή­ρω­μα. Πά­ντως, το κε­νό δεν κα­λύ­πτε­ται α­πό το α­να­δη­μο­σιευό­με­νο άρ­θρο του Νι­κό­λα­ου Επι­σκο­πό­που­λου, με το ο­ποίο α­να­κοί­νω­νε στους α­να­γνώ­στες της ε­φη­με­ρί­δας «Το Άστυ» τη δη­μο­σίευ­ση των “ε­πι­φυλ­λί­δω­ν” του «Αό­ρα­του». Δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για έ­να γε­νι­κό­λο­γο κεί­με­νο, ό­πως, άλ­λω­στε, συ­νη­θι­ζό­ταν σε πα­ρό­μοιες δια­φη­μι­στι­κού τύ­που κα­τα­χω­ρή­σεις.
Κα­τά την Καρ­πού­ζου, ο Γουέ­λς εί­ναι ση­μα­ντι­κός στη δια­μόρ­φω­ση του εί­δους της ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, υ­πε­ρέ­χο­ντας κι αυ­τού του Ιου­λίου Βερν, για­τί θέ­τει στο ε­πί­κε­ντρο των έρ­γων του το θέ­μα της δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τας. Θέ­μα βα­σι­κό κα­τ' αυ­τήν, για τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αυ­τού του εί­δους. Για­τί ό­χι; Αν λεί­πει το στοι­χείο του α­νοί­κειου και του ξέ­νου α­πό μια ου­το­πία, τι σόι ου­το­πία θα εί­ναι; Εκεί­νο, ό­μως, που πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, δεν εί­ναι οι γε­νι­κής ι­σχύος θεω­ρίες, που ε­πι­κα­λεί­ται, αλ­λά τα συ­γκε­κρι­μέ­να πα­ρα­θέ­μα­τα α­πό το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γουέ­λς, τον «Αό­ρα­το», με τα ο­ποία τεκ­μη­ριώ­νει την ύ­παρ­ξη αυ­τού του “Άλλου”. Κα­τ' αρ­χάς, με βά­ση τη ση­μα­σία του ο­νό­μα­τος, που δί­νει ο Γουέ­λς στον ή­ρωά του, συ­μπε­ραί­νει ό­τι θέ­λει να τον πα­ρου­σιά­σει ως ε­ξαι­ρε­τι­κό άν­δρα. Το ό­νο­μα εί­ναι Γκρί­φφιν και δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­σθεί η εκ­δο­χή της τυ­χαίας ε­πι­λο­γής, κα­θώς πρό­κει­ται για έ­να συ­χνά α­πα­ντώ­με­νο ό­νο­μα στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία του δεύ­τε­ρου μι­σού του 19ου αιώ­να. Κα­τά τα άλ­λα, Γκρί­φφιν ση­μαί­νει γρύ­πας, δη­λα­δή έ­να μυ­θι­κό μει­ξο­γε­νές ον, σύ­ζευ­ξη α­ε­τού και λέ­ο­ντος. Προ­φα­νώς και πρό­κει­ται για δυο ευ­γε­νείς εκ­προ­σώ­πους του ζωι­κού βα­σι­λείου. Δεν θα πρέ­πει, ω­στό­σο, να λη­σμο­νού­με ό­τι, α­πό την ύ­στε­ρη αρ­χαιό­τη­τα και ε­δώ­θε, ο γρύ­πας ταυ­τί­στη­κε σε με­γά­λο βαθ­μό με τις μυ­στη­ρια­κές τε­λε­τουρ­γίες. Οπό­τε, αν πα­ρα­δε­χτού­με ό­τι ο Γουέ­λς ή­θε­λε, πράγ­μα­τι, κά­τι να ση­μα­το­δο­τή­σει, αυ­τό θα μπο­ρού­σε να εί­ναι το α­πό­κρυ­φο στοι­χείο, που εί­χαν οι ε­πι­στη­μο­νι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί σε ε­κεί­να τα χρό­νια. Ο Γκρί­φφιν εί­ναι έ­νας φυ­σι­κός, που ε­πι­χει­ρεί έ­να ρη­ξι­κέ­λευ­θο πεί­ρα­μα.
Στη συ­νέ­χεια, για να φα­νεί η ε­τε­ρό­τη­τα του Γκρί­φφιν, φέρ­νει ως πα­ρά­δειγ­μα δυο πα­ρα­θέ­μα­τα, στη­ρι­ζό­με­νη στην ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση, που έ­γι­νε εκ του γαλ­λι­κού. Οι προ­θέ­σεις, ό­μως, του συγ­γρα­φέα τεκ­μαί­ρο­νται α­πό το δι­κό του κεί­με­νο και μό­νο. Από το πρώ­το πα­ρά­θε­μα ε­ξά­γει το συ­μπέ­ρα­σμα: “Ο Γκρί­φφιν, α­πο­φα­σι­σμέ­νος να ξε­πε­ρά­σει κά­θε ό­ριο, α­να­φέ­ρε­ται υ­πο­τι­μη­τι­κά στο δά­σκα­λό του που έ­θε­τε πε­ριο­ρι­σμούς στον ε­πι­στη­μο­νι­κό πει­ρα­μα­τι­σμό και δια­χω­ρί­ζει τη θέ­ση του α­πό αυ­τό­ν”. Το πα­ρά­θε­μα, ό­μως, σε μια κα­τά λέ­ξη με­τά­φρα­ση του αγ­γλι­κού πρω­τό­τυ­που εί­ναι: “Ο κα­θη­γη­τής μου Όλι­βερ ή­ταν έ­νας α­συ­νεί­δη­τος ε­πι­στή­μο­νας με α­να­κλα­στι­κά δη­μο­σιο­γρά­φου, έ­νας κλέ­φτης ι­δεών, που συ­νε­χώς κα­τα­σκό­πευε”. Εδώ, ο Γουέ­λς, πι­θα­νώς ο ί­διος πα­θών, κα­ταγ­γέλ­λει την πά­για τα­κτι­κή των κα­θη­γη­τών να εκ­με­ταλ­λεύο­νται τις ι­δέες των μα­θη­τών τους. Από το δεύ­τε­ρο πα­ρά­θε­μα συ­νά­γει: “Ο Γκρί­φφιν, πι­στεύο­ντας στη δια­νο­η­τι­κή α­νω­τε­ρό­τη­τά του α­πέ­να­ντι στους συ­ναν­θρώ­πους του, τους θεω­ρεί ε­μπό­διο στα σχέ­διά του”. Το πα­ρά­θε­μα, ό­μως, και πά­λι, σε κα­τά λέ­ξη με­τά­φρα­ση εί­ναι: “Κά­θε πι­θα­νού εί­δους α­νό­η­τη ύ­παρ­ξη, που πλά­στη­κε πο­τέ, βρέ­θη­κε στο δρό­μο μου”. Εδώ, θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για φρα­στι­κή υ­περ­βο­λή, κα­θώς ο Γκρί­φφιν διεκ­τρα­γω­δεί το μέ­γε­θος της κα­κο­τυ­χίας του.
Εκτός, ό­μως, α­πό τη θεω­ρία της ε­τε­ρό­τη­τας και το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο η ε­φαρ­μο­γή της στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γού­λες τεκ­μη­ριώ­νε­ται, η με­λε­τή­τρια φαί­νε­ται να έ­χει μάλ­λον λί­γο θο­λή ει­κό­να για το σύ­νο­λο του έρ­γου. Ο τρό­πος που α­να­φέ­ρε­ται στο πεί­ρα­μα του Γκρί­φφιν δεί­χνει σαν να μην α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­τι ο Γουέ­λς έ­γρα­ψε την ι­στο­ρία του, με α­φορ­μή την α­να­κά­λυ­ψη των α­κτί­νων Ραί­ντ­γκεν και την με­γά­λη α­πή­χη­ση, που αυ­τή εί­χε. Μό­νο έ­τσι ε­ξη­γεί­ται η πα­ρα­τή­ρη­σή της: “Στο έρ­γο του α­ντα­να­κλώ­νται οι ε­φιάλ­τες που προ­κά­λε­σε στη βι­κτω­ρια­νή φα­ντα­σία η ε­φεύ­ρε­ση του Rontgen”.
Ας θυ­μη­θού­με, ό­μως, με­ρι­κές η­με­ρο­μη­νίες. Ο γερ­μα­νός φυ­σι­κός Βίλ­χελμ Κόν­ρα­ντ Ραί­ντγκεν πρω­το­δη­μο­σιεύει τα πει­ρα­μα­τι­κά του ευ­ρή­μα­τα στις 28 Δε­κεμ­βρίου 1895. Απο­κα­λεί τις νέες α­κτί­νες, α­κτί­νες Χ. Η ε­πι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τη με­γά­λη ση­μα­σία της α­να­κά­λυ­ψης για την ια­τρι­κή και την με­ταλ­λουρ­γία. Ο Ραί­ντγκεν αρ­νεί­ται να κα­το­χυ­ρώ­σει την ευ­ρε­σι­τε­χνία, ώ­στε η α­να­κά­λυ­ψή του να μεί­νει στη διά­θε­ση της αν­θρω­πό­τη­τας. Θεω­ρεί­ται ευερ­γέ­της και σπεύ­δουν να βα­φτί­σουν τις α­κτί­νες με το ό­νο­μά του. Όλα αυ­τά συμ­βαί­νουν στη διάρ­κεια του 1896. Άνοι­ξη 1896, ο Γουέ­λς αρ­χί­ζει να γρά­φει την ι­στο­ρία του. Αρχι­κά σχε­δία­ζε να γρά­ψει μια σύ­ντο­μη ι­στο­ρία για πε­ριο­δι­κό. Στην πο­ρεία άλ­λα­ξε γνώ­μη και την με­γά­λω­σε. Απρί­λιο 1897, μια πρώ­τη εκ­δο­χή ή­ταν έ­τοι­μη προς δη­μο­σίευ­ση σε συ­νέ­χειες στο πε­ριο­δι­κό «Pearson's Weakly». Ο Γουέ­λς, με φα­ντα­σία α­ντί­στοι­χη ε­κεί­νης του Ιου­λίου Βερν, αλ­λά με λι­γό­τε­ρη δου­λειά, εκ της πε­ριου­σίας, έ­στη­νε την πλο­κή των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, εί­χε την ι­δέα να συν­δυά­σει τις α­κτί­νες Ραί­ντγκεν, που ή­ταν το πρώ­το θέ­μα της ε­πι­και­ρό­τη­τας, με το μύ­θο του αό­ρα­του, που πά­ντο­τε γοή­τευε. Ο ή­ρωάς του συ­γκρί­νει την α­κτι­νο­βο­λία, που χρη­σι­μο­ποιεί για να γί­νει αό­ρα­τος, με ε­κεί­νη του Ραί­ντγκεν, α­να­κα­τεύο­ντας στις ε­ξη­γή­σεις του τον αι­θέ­ρα. Τό­τε, α­κό­μη, πί­στευαν στην ύ­παρ­ξή του και ο ί­διος ο Ραί­ντ­γκεν θεω­ρού­σε ό­τι η α­κτι­νο­βο­λία του, ό­πως και το φως, δια­δί­δε­ται μέ­σω του αι­θέ­ρα. Πά­ντως, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το ε­πι­στη­μο­νι­κό μέ­ρος έ­χει μι­κρή έ­κτα­ση, κά­τι λι­γό­τε­ρο α­πό δύο κε­φά­λαια ε­πί συ­νό­λου 28. Η ι­στο­ρία ε­κτυ­λίσ­σε­ται με κω­μι­κές σκη­νές που ε­ναλ­λάσ­σο­νται με άλ­λες κα­τα­δίω­ξης και τρό­μου. Όσο για το η­θι­κό μο­τί­βο, εί­ναι το ί­διο σε ό­λα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας του Γουέ­λς. Σχε­τί­ζε­ται και α­φο­ρά την ευ­θύ­νη του ε­πι­στή­μο­να στην α­να­μέ­τρη­σή της με τις εμ­μο­νές της ι­διο­φυίας.
Μα­κρο­λο­γή­σα­με γύ­ρω α­πό τα συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να, για­τί αυ­τά εί­ναι ε­κεί­να που πρώ­τα και κυ­ρίως δια­βά­ζο­νται. Κι αυ­τό το α­πο­δει­κνύει η α­να­πα­ρα­γω­γή τους α­πό τον Τύ­πο, που λει­τουρ­γεί ε­λα­φρώς πα­ρα­μορ­φω­τι­κά και αρ­κού­ντως με­γε­θυ­ντι­κά. Απο­τολ­μώ­ντας μια πα­ρο­μοίω­ση, θα λέ­γα­με πως λει­τουρ­γούν, ως προς το κυ­ρίως σώ­μα, ό­πως τα αό­ρα­τα υ­λι­κά, τα με­τα-υ­λι­κά, που η τε­χνο­λο­γία έ­χει ξε­κι­νή­σει να κα­τα­σκευά­ζει. Εκεί­να εκ­τρέ­πουν το φως, τα συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να την προ­σο­χή του α­να­γνώ­στη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στις 20 Ιουνίου 2010

Πρακτικά βραβεύσεων

Κυ­ρια­κή Πε­τρά­κου
Διο­νύ­σης Ν। Μου­σμού­της
«Ο Στα­θά­τειος Δρα­μα­τι­κός Δια­γω­νι­σμός
της Εται­ρείας Ελλή­νων
Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων»
Εκδό­σεις ERGO

Από τους πα­λαιό­τε­ρους λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς έ­χουν μεί­νει τα πρα­κτι­κά τους. Αυ­τά πα­ρέ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες για τα έρ­γα και τους συγ­γρα­φείς, ω­στό­σο, δεν σώ­ζουν τα κεί­με­να ού­τε τα α­να­λυ­τι­κά στοι­χεία των συγ­γρα­φέων. Πε­ρι­σώ­ζουν, ό­μως, πέ­ρα α­πό τα ο­νό­μα­τα των κρι­τών, τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα που α­να­πτύσ­σο­νταν και δια­τυ­πώ­νο­νταν στις εκ­θέ­σεις των κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών. Όπως πα­ρα­τη­ρούν στον πρό­λο­γο οι συγ­γρα­φείς του βι­βλίου, τα πρα­κτι­κά των λο­γο­τε­χνι­κών δια­γω­νι­σμών πα­ρου­σιά­ζουν, κυ­ρίως, τις τε­λι­κές κρί­σεις, οι ο­ποίες, συ­χνά, ξε­περ­νούν τα ό­ρια μιας α­πλής διεκ­πε­ραίω­σης. Φτά­νουν, κα­μιά φο­ρά, να συ­νι­στούν μι­κρά δο­κί­μια. Μπο­ρεί πολ­λά α­πό τα έρ­γα να λη­σμο­νή­θη­καν, κά­ποιοι α­πό τους συγ­γρα­φείς τους να πε­ριέ­πε­σαν σε α­φά­νεια, ω­στό­σο, α­πό τις κρί­σεις, γί­νο­νται α­ντι­λη­πτές οι ι­σχύου­σες τό­τε α­ξίες, οι νοο­τρο­πίες και τα ή­θη που ε­πι­κρα­τού­σαν. Οι πα­λαιό­τε­ροι έ­δι­ναν ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία στα πρα­κτι­κά των δια­γω­νι­σμών, κα­θώς πί­στευαν ό­τι α­πο­τε­λούν ση­μα­ντι­κά και α­να­ντι­κα­τά­στα­τα τεκ­μή­ρια για τη συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας των Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Γραμ­μά­των.
Σή­με­ρα, α­πό τους λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς μέ­νουν, προ­σώ­ρας του­λά­χι­στον, τα έρ­γα και κυ­ρίως, οι συγ­γρα­φείς. Αντι­θέ­τως, τα ο­νό­μα­τα των κρι­τών με­τά βίας που α­να­φέ­ρο­νται. Στη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή, μά­λι­στα, δη­μο­σίευ­ση των βρα­βεύ­σεων, τε­λευ­ταία, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, πα­ρα­λεί­πο­νται, δη­μιουρ­γώ­ντας, ε­νίο­τε, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι α­πο­σιω­πώ­νται. Όσο για τα πρα­κτι­κά, στα μεν ι­διω­τι­κά βρα­βεία δεν προ­βλέ­πο­νται, στα δε κρα­τι­κά, που η ύ­παρ­ξή τους ε­πι­βάλ­λε­ται α­πό τον ί­διο τον θε­σμό, δεν κρα­τού­νται στη διάρ­κεια των συ­νε­δριά­σεων αλ­λά εκ των υ­στέ­ρων και με­τά τις σχε­τι­κές δια­βου­λεύ­σεις. Διε­ξο­δι­κές, πά­ντως, εκ­θέ­σεις για το σκε­πτι­κό βρά­βευ­σης και α­πόρ­ρι­ψης των έρ­γων δεν ζη­τού­νται α­πό τους κρι­τές. Κα­τά τα άλ­λα, οι νεό­τε­ροι γραμ­μα­το­λό­γοι δια­τεί­νο­νται ό­τι η συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας των Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Γραμ­μά­των δεν εί­ναι έρ­γο ε­νός αν­θρώ­που. Δεν διευ­κρι­νί­ζουν, ω­στό­σο, συ­να­σπι­ζό­με­νοι σε ο­μά­δα, που θα στη­ρι­χτούν, πέ­ραν των ποι­κί­λων θεω­ριών, με τις ο­ποίες, ά­νευ τεκ­μη­ρίων, μό­νο χάρ­τι­νοι πύρ­γοι υ­ψώ­νο­νται.
Ο Στα­θά­τειος Δια­γω­νι­σμός, πα­ρό­λο που διε­νερ­γή­θη­κε ά­πα­ξ, α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση, η ο­ποία προ­σφέ­ρε­ται και για πα­ραλ­λη­λι­σμούς με τους τρέ­χο­ντες λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς. Την πρω­το­βου­λία του δια­γω­νι­σμού εί­χε ο Αντώ­νης Στα­θά­τος. Με ε­πι­στο­λή του προς τον πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Ελλή­νων Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων Μιλ­τιά­δη Λι­δω­ρί­κη, στις 3 Ιου­νίου 1930, προ­τεί­νει την ί­δρυ­ση δρα­μα­τι­κού δια­γω­νι­σμού α­νά διε­τία, τον ο­ποίο και δε­σμεύε­ται να χρη­μα­το­δο­τή­σει. Όπως φαί­νε­ται α­πό την ε­πι­στο­λή του, πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τον ί­διο τον Λι­δω­ρί­κη, ο ο­ποίος, σε συ­νο­μι­λίες τους, εί­χε εκ­φρά­σει την ε­πι­θυ­μία να ε­νι­σχυ­θεί η ελ­λη­νι­κή θε­α­τρι­κή πα­ρα­γω­γή και να δο­θεί α­φορ­μή συγ­γρα­φής νέων θε­α­τρι­κών έρ­γων. Επί­σης, φαί­νε­ται ό­τι εί­χαν συμ­φω­νή­σει, ο δια­γω­νι­σμός να τε­θεί υ­πό την προ­στα­σία της Εται­ρείας και η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή να εί­ναι τρι­με­λής. Ο Λι­δω­ρί­κης εί­χε ε­πί­σης α­πο­δεχ­θεί να εί­ναι ο ει­ση­γη­τής της πρώ­της κρί­σεως και ε­κεί­νος, που θα ε­πέ­λε­γε τα άλ­λα δυο μέ­λη. Την ε­πο­μέ­νη, η Εται­ρεία, με ε­πι­στο­λή της, έ­σπευ­σε να α­πο­δεχ­θεί την προ­σφο­ρά. Ανα­κή­ρυ­ξε, μά­λι­στα, ε­πί­τι­μο μέ­λος της τον χο­ρη­γό. Εκ μέ­ρους του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου της Εται­ρείας υ­πο­γρά­φουν την ε­πι­στο­λή ο πρό­ε­δρος και δυο μέ­λη, ο Νι­κό­λα­ος Λά­σκα­ρης και ο πο­λύ νεό­τε­ρός τους, Κω­στής Βελ­μύ­ρας. Όπως φαί­νε­ται, και τό­τε, ό­πως και τώ­ρα, οι χο­ρη­γοί ή­ταν δυ­σεύ­ρε­τοι και η ε­ξα­σφά­λι­σή τους ε­ξαρ­τιό­ταν α­πό την δι­πλω­μα­τία του διευ­θύ­νο­ντος. Τε­λι­κά, ο­ρί­στη­καν τρία βρα­βεία, 20.000 δρχ. το πρώ­το και α­πό 6.000 δρχ. τα δυο δεύ­τε­ρα, ε­νώ προ­βλέ­πο­νταν και α­μοι­βές των με­λών της ε­πι­τρο­πής.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, οι συγ­γρα­φείς του τό­μου α­δι­κούν τον Αντώ­νη Στα­θά­το. Ανα­φέ­ρουν ό­τι ή­ταν σύ­ζυ­γος της συλ­λέκ­τριας Ελέ­νης Στα­θά­του, ό­τι ή­ταν προ­σκεί­με­νος στην Αυ­λή του βα­σι­λιά Γεωρ­γίου Β΄ και τέ­λος, ό­τι δεν εί­ναι γνω­στός για κά­ποιο προ­σω­πι­κό του ε­πί­τευγ­μα πλην του Στα­θά­τειου Δια­γω­νι­σμού. Προ­σθέ­τουν, βε­βαίως, ό­τι συ­νέ­βα­λε στην ί­δρυ­ση της ΕΛ­ΠΑ, συ­νο­δεύο­ντας το αρ­κτι­κό­λε­ξο με έ­να ε­ρω­τη­μα­τι­κό. Ωστό­σο, η Ελλη­νι­κή Λέ­σχη Πε­ριή­γη­σης και Αυ­το­κι­νή­του, που ί­δρυ­σαν, τον Οκτώ­βριο του 1924, ο κα­θη­γη­τής Ια­τρι­κής Βλα­δί­μη­ρος Μπέν­σης και ο Αντώ­νης Στα­θά­τος, μα­ζί με μια δρά­κα φί­λων του αυ­το­κι­νή­του και των τε­χνο­λο­γι­κών ε­ξε­λί­ξεων ε­κεί­νης της μα­κρι­νής ε­πο­χής, συ­νι­στά αρ­κού­ντως ση­μα­ντι­κό ε­πί­τευγ­μα. Το 1926, ο Στα­θά­τος α­νέ­λα­βε την προ­ε­δρία της Λέ­σχης, την ο­ποία και δια­τή­ρη­σε μέ­χρι το θά­να­τό του, το 1955. Τό­τε, το αυ­το­κί­νη­το ή­ταν το σπορ των τζέν­τλε­μαν και οι κύ­ριοι της υ­ψη­λής κοι­νω­νίας έ­τρε­χαν στους α­γώ­νες αυ­το­κι­νή­του με το ό­νο­μά τους και ό­χι κα­λυ­πτό­με­νοι πί­σω α­πό ψευ­δώ­νυ­μα, ό­πως ε­πι­κρά­τη­σε να γί­νε­ται στα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια. Πι­θα­νώς ο Στα­θά­τος να ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος του ε­ξη­ντά­χρο­νου τό­τε Λι­δω­ρί­κη, ο ο­ποίος α­νή­κε στην ί­δια κοι­νω­νι­κή τά­ξη και δεν α­πο­κλείε­ται να ή­ταν μέ­λος της Λέ­σχης.
Σύμ­φω­να με την προ­κή­ρυ­ξη του δια­γω­νι­σμού, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στον Τύ­πο την ε­πο­μέ­νη, δη­λα­δή στις 5 Ιου­νίου 1930, ο δια­γω­νι­σμός ή­ταν α­νοι­κτός σε ό­λους και τα υ­πο­βαλ­λό­με­να έρ­γα ο­ρί­ζο­νταν να εί­ναι του­λά­χι­στον τρί­πρα­κτα δρά­μα­τα ή κω­μω­δίες, χω­ρίς πε­ριο­ρι­σμό στη γλώσ­σα. Αντί του ο­νό­μα­τος του συγ­γρα­φέα, στο ε­ξώ­φυλ­λο, δί­πλα στον τίτ­λο, θα έ­πρε­πε να α­να­γρά­φε­ται έ­να ρη­τό και να πα­ρα­δί­δε­ται μα­ζί με έ­ναν δεύ­τε­ρο κλει­στό φά­κε­λο, ο ο­ποίος να α­να­γρά­φει α­πέ­ξω το ί­διο ρη­τό. Με την α­πο­σφρά­γι­ση αυ­τού του δεύ­τε­ρου φα­κέ­λου θα α­πο­κα­λυ­πτό­ταν το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, για την Ιστο­ρία της λο­γο­τε­χνίας, μό­νο οι φά­κε­λοι των τριών βρα­βευ­μέ­νων έρ­γων προ­βλε­πό­ταν να α­νοί­γο­νται. Δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται α­πό τους με­λε­τη­τές η τύ­χη αυ­τών των σφρα­γι­σμέ­νων φα­κέ­λων. Συ­νο­λι­κά υ­πο­βλή­θη­καν 90 έρ­γα, α­πό τα ο­ποία, πέ­ντε α­πο­κλεί­στη­καν, δώ­δε­κα κρί­θη­καν ά­ξια προ­σο­χής, εί­κο­σι συ­ζη­τή­θη­καν ε­κτε­νέ­στε­ρα ως έ­χο­ντα ση­μα­ντι­κές α­ρε­τές, ε­νώ δέ­κα πέ­ντε ή­ταν “τα δια­φι­λο­νει­κή­σα­ντα τα βρα­βεία”. Με ση­με­ρι­νούς ό­ρους, αυ­τά α­πο­τε­λού­σαν την “short list”, που η α­να­κοί­νω­σή της στην αλ­λο­δα­πή προ­η­γεί­ται των βρα­βεύ­σεων. Στα ελ­λη­νι­κά α­πο­δό­θη­κε ως “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” και α­σμέ­νως υιο­θε­τή­θη­κε, αρ­χι­κά α­πό τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία και με­τά α­πό τα κρα­τι­κά. Στό­χος αυ­τής της εν­διά­με­σης πρό­κρι­σης εί­ναι η προώ­θη­ση ε­νός με­γα­λύ­τε­ρου α­ριθ­μού έρ­γων. Αγνοώ­ντας ή πα­ρα­βλέ­πο­ντας αυ­τό το σκε­πτι­κό, στα κρα­τι­κά βρα­βεία ε­φαρ­μό­στη­κε μεν ο “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” αλ­λά α­να­κοι­νώ­νε­ται ταυ­τό­χρο­να με τις βρα­βεύ­σεις, α­ναι­ρώ­ντας την ό­ποια σκο­πι­μό­τη­τά του.
Στον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό δεν εί­ναι γνω­στά τα ο­νό­μα­τα των συμ­με­τε­χό­ντων συγ­γρα­φέων, ε­κτός α­πό ε­κεί­να των τριών βρα­βευ­μέ­νων και α­πό τους α­πορ­ρι­φθέ­ντες, ε­κεί­νων που δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν, κα­θώς και δυο-τριών, που το υ­πο­βαλ­λό­με­νο έρ­γο τους παί­χτη­κε. Ωστό­σο, δια­σώ­θη­καν ό­χι μό­νο οι τε­λι­κές κρί­σεις αλ­λά και οι αρ­χι­κές και κά­ποιες συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας κρι­τή­ρια και η­θι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς. Οι κρι­τές δί­νουν πε­ρι­γρα­φή της υ­πό­θε­σης, το χρο­νι­κό της στίγ­μα, δη­λα­δή αν πρό­κει­ται για ι­στο­ρι­κό ή σύγ­χρο­νο έρ­γο, ε­πί­σης, προσ­διο­ρί­ζουν τη γλώσ­σα που εί­ναι γραμ­μέ­νο, την πη­γή έ­μπνευ­σης, αν α­κο­λου­θεί την λό­για ή την λαϊκή πα­ρά­δο­ση ή αν έ­χει ξέ­νες ε­πι­δρά­σεις, και τέ­λος, κα­τά πό­σο μπο­ρεί να παι­χτεί, με βά­ση την τολ­μη­ρό­τη­τά του.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν δύο έρ­γα, που πα­ρα­με­ρί­στη­καν ως τολ­μη­ρά. Το έ­να εί­ναι «Οι Λυ­τρω­μοί», που πα­ρα­μέ­νει α­γνώ­στου συγ­γρα­φέα. Η Επι­τρο­πή α­να­γνω­ρί­ζει την μορ­φι­κή πρω­το­τυ­πία του, κρί­νει ό­τι εί­ναι εκ των α­ρί­στων, αλ­λά θεω­ρεί ό­τι, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, εί­ναι τό­σο τολ­μη­ρό, που εί­ναι α­δύ­να­το να παιχ­θεί, χω­ρίς να ε­ξε­γερ­θεί το κοι­νό. Το άλ­λο έρ­γο εί­ναι το «Ενώ το πλοίο τα­ξι­δεύει» της Γα­λά­τειας Κα­ζα­ντζά­κη, που προ­κά­λε­σε τον με­γα­λύ­τε­ρο θό­ρυ­βο και τε­λι­κά, α­νέ­βη­κε στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο α­ντί του βρα­βευ­μέ­νου.
Εκτός, ό­μως, α­πό τις κρί­σεις, ως συ­νο­δευ­τι­κό τεκ­μή­ριο, υ­πάρ­χουν οι ε­πι­στο­λές, που α­ντάλ­λα­ξαν τα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Σή­με­ρα, ό­χι μό­νο δεν έ­χου­με πρα­κτι­κά και κρί­σεις, αλ­λά ού­τε καν αλ­λη­λο­γρα­φία. Οι συ­ζη­τή­σεις γί­νο­νται κε­κλει­σμέ­νων των θυ­ρών, με τις διαρ­ρέ­ου­σες φή­μες να τρο­φο­δο­τούν τον Τύ­πο. Αν πρό­κει­ται για τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία και για κρι­τές, που δια­τη­ρούν κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, οι συ­ζη­τή­σεις γί­νο­νται εν κρυ­πτώ, που ση­μαί­νει κυ­ρίως τη­λε­φω­νι­κώς, για­τί, θεω­ρη­τι­κά, α­πα­γο­ρεύο­νται οι συ­νεν­νοή­σεις. Φη­μο­λο­γεί­ται, ω­στό­σο, ό­τι κά­ποιες τε­λι­κές ζυ­μώ­σεις λαμ­βά­νουν χώ­ρα σε τα­βέρ­νες, ό­που με­ζέ­δες με­τά ο­λί­γου οί­νου βο­η­θούν την λή­ψη δύ­σκο­λων α­πο­φά­σεων.
Στον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό, α­πό ό­σα ο­νό­μα­τα έ­γι­ναν γνω­στά, οι συμ­με­τα­σχό­ντες ή­ταν πά­νω α­πό σα­ρά­ντα ε­τών, με ε­ξαί­ρε­ση τον υιό Λι­δω­ρί­κη, τον Αλέ­κο, τό­τε 22 ε­τών, που πι­θα­νο­λο­γεί­ται ως συγ­γρα­φέ­ας ε­νός α­πό τα α­πορ­ρι­φθέ­ντα ως έρ­γο “νε­α­νι­κό και παι­διά­τι­κο”, και τον βρα­βευ­θέ­ντα με έ­να α­πό τα δύο δεύ­τε­ρα βρα­βεία, Δη­μή­τρη Ιωαν­νό­που­λο, τό­τε 26 ε­τών. Ο βρα­βευ­θείς Άγγε­λος Ση­μη­ριώ­της ή­ταν ή­δη ε­ξη­ντά­ρης και ο ε­πι­κρα­τέ­στε­ρος ε­πι­λα­χών Θεό­δω­ρος Συ­να­δι­νός, 52. Στα 56, ο Ηλίας Βου­τιε­ρί­δης, που συμ­με­τεί­χε με δυο έρ­γα, κα­θώς κά­τι τέ­τοιο δεν α­πα­γο­ρευό­ταν, ό­που αμ­φό­τε­ρα πε­ριε­λή­φθη­σαν στον “βρα­χύ κα­τά­λο­γο”. Λί­γο νεό­τε­ροι οι δυο που δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν με τον πα­ρα­γκω­νι­σμό τους, 43 ο Φώ­τος Γιο­φύλ­λης, και 49 η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη. Τό­τε, α­κό­μη, ε­πι­κρα­τού­σε η γε­ρο­ντο­κρα­τία. Σή­με­ρα, πα­ρου­σιά­ζε­ται η α­ντί­θε­τη τά­ση. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, το ζή­τη­μα εί­ναι ό­τι η μια ο­μά­δα προω­θεί­ται δια του α­πο­κλει­σμού της άλ­λης. Με βά­ση, πά­ντως, τις η­λι­κίες, γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα, πώς και έ­δει­ρε ο Ση­μη­ριώ­της τον Γιο­φύλ­λη, ό­ταν ε­κεί­νος δυ­σφή­μη­σε τη βρά­βευ­σή του με δη­μο­σίευ­μα σε ε­φη­με­ρί­δα. Αγνοού­με, ό­μως, τη σω­μα­τι­κή διά­πλα­ση των δυο αν­δρών. Σή­με­ρα, οι ξυ­λο­δαρ­μοί ευ­τυ­χώς α­πο­φεύ­γο­νται.
Άξιο πα­ρα­τή­ρη­σης, ό­μως, εί­ναι ό­τι, ε­νώ τις κα­λές συ­νή­θεις των πα­λαιό­τε­ρων, ό­πως τα πρα­κτι­κά, δεν τις υιο­θε­τού­με, α­σπα­ζό­μα­στε τις κα­τα­δι­κα­στέες. Έχου­με και λέ­με. Πα­ρά τους σφρα­γι­σμέ­νους φα­κέ­λους με τα ο­νό­μα­τα των συγ­γρα­φέων, οι κρι­τές κα­τη­γο­ρή­θη­καν ό­τι στις α­πο­φά­σεις τους ε­πη­ρεά­στη­καν α­πό φι­λίες και ι­διο­τέ­λειες, και ε­πι­προ­σθέ­τως, ό­τι έ­γι­ναν συ­νεν­νοή­σεις και πα­ζα­ρέ­μα­τα. Σή­με­ρα, α­ντί­στοι­χα, σφρα­γί­ζουν φα­κέ­λους, μέ­χρι και σε συμ­βο­λαιο­γρά­φους κα­τα­φεύ­γουν, πα­ρό­μοιες, ό­μως, κα­τη­γο­ρίες δεν τις γλι­τώ­νουν. Κα­τά πό­σο, τό­τε και τώ­ρα, α­λη­θεύουν, μέ­νει α­να­πό­δει­κτο. Τό­τε, τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα διέρ­ρευ­σαν στον Τύ­πο μια μέ­ρα πριν την ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­σή τους. Πι­θα­νώς, υ­πήρ­χαν και τό­τε δαι­μό­νιοι δη­μο­σιο­γρά­φοι. Την 8η Μαρ­τίου 1931 έ­γι­νε η πα­ρου­σία­ση των α­πο­τε­λε­σμά­των στο θέ­α­τρο Κε­ντρι­κόν, με α­στυ­νο­μι­κή προ­στα­σία, ι­διαί­τε­ρα για έ­ναν των κρι­τών, τον Ξε­νό­που­λο. Όπως γί­νε­ται και σή­με­ρα, πί­στευαν ό­τι τα βρα­βεία έ­νας τα έ­δι­νε.
Εδώ, ό­μως, ση­μειώ­νε­ται δια­φο­ρο­ποίη­ση του τό­τε με το τώ­ρα. Ο Ξε­νό­που­λος διά­βα­ζε ό­λα τα έρ­γα. Το ι­σχυ­ρί­ζε­ται στις ε­πι­στο­λές του προς Λι­δω­ρί­κη, αλ­λά το α­πο­δει­κνύει και με τις διε­ξο­δι­κές κρί­σεις του. Οι άλ­λοι δυο κρι­τές ή­ταν ο Λι­δω­ρί­κης και ο Τί­μος Μω­ραϊτί­νης, που τού βγή­κε το ό­νο­μα, ό­πως γί­νε­ται και σή­με­ρα για ο­ρι­σμέ­νους, ό­τι τα ξε­πέ­τα­γε. Όπως και να έ­χει, η ε­πι­μο­νή του Ξε­νό­που­λου στη βρά­βευ­ση του Ση­μη­ριώ­τη έ­να­ντι του Συ­να­δι­νού, η α­πόρ­ρι­ψη του έρ­γου του Γιο­φύλ­λη στην κα­τη­γο­ρία των ά­ξιων προ­σο­χής και η μη βρά­βευ­ση του έρ­γου της Κα­ζα­ντζά­κη, καί­τοι κρί­θη­κε ως α­νώ­τε­ρο ό­λων, με το δι­καιο­λο­γη­τι­κό ό­τι εί­ναι α­κα­τάλ­λη­λο για ελ­λη­νι­κή σκη­νή ως έρ­γο της α­βάν γκαρ­ντ, δυ­σφή­μι­σαν τον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό. Σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με σή­με­ρα, που έ­νας δια­γω­νι­σμός μπο­ρεί μεν να μην χαί­ρει ου­δε­μίας υ­πό­λη­ψης αλ­λά να μα­κρο­η­με­ρεύει, και δη χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή βελ­τίω­ση, ο Στα­θά­τειος δεν ε­πα­να­λή­φθη­κε.
Βρα­χύ­βιοι δια­γω­νι­σμοί ό­πως ο Στα­θά­τειος, γί­νο­νται και σή­με­ρα, α­φή­νο­ντας με­τά βίας κά­ποιο ι­σχνό ί­χνος τον Τύ­πο. Ενώ, για τον Στα­θά­τειο έ­χου­με έ­να βι­βλίο, το ο­ποίο, με κα­λύ­τε­ρη δο­μή (χω­ρι­σμό σε κε­φά­λαια, δη­μιουρ­γία ε­πι­μέ­ρους ε­νο­τή­των) και εν­δε­λε­χέ­στε­ρη έ­ρευ­να σχε­τι­κά με τα μνη­μο­νευό­με­να έρ­γα, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κή συμ­βο­λή. Επι­προ­σθέ­τως, υ­πάρ­χουν δη­μο­σιευ­μέ­νες στα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα» οι ε­πι­στο­λές Ξε­νό­που­λου προς Λι­δω­ρί­κη. Σε αυ­τά τα τεκ­μή­ρια, θα πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί η ε­κτε­νής πα­ρου­σία­ση του βρα­βευ­μέ­νου θε­α­τρι­κού του Ση­μη­ριώ­τη, «Ο Αντι­φω­νη­τής μί­λη­σε...», στο δί­το­μο έρ­γο, «Τα ποιή­μα­τα 1893-1943», που ε­τοί­μα­σαν και ε­ξέ­δω­σαν, προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, η Έλσα Λια­ρο­πού­λου και ο Γιάν­νης Πα­τί­λης. Κα­θώς ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 140 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ση­μη­ριώ­τη, α­ξί­ζει να ξα­να­δια­βά­σου­με την ποίη­σή του. Επί­σης, με βά­ση την πρό­σφα­τη με­λέ­τη του Λέ­ο­ντα Ναρ για τον Γιω­σέφ Ελι­γιά, τεκ­μαί­ρε­ται ό­τι η συ­νο­μι­λία Ελι­γιά- Ξε­νό­που­λου, σχε­τι­κά με έ­να υ­πο­ψή­φιο έρ­γο ε­βραϊκής υ­πό­θε­σης, την ο­ποία α­να­φέ­ρει ο Ξε­νό­που­λος σε ε­πι­στο­λή του προς τον Λι­δω­ρί­κη, θα πρέ­πει να έ­γι­νε πριν την α­να­χώ­ρη­ση του Ελι­γιά για το Κιλ­κίς, Σε­πτέμ­βριο 1930, ό­που α­νέ­λα­βε χρέη κα­θη­γη­τή γαλ­λι­κών. Το α­να­φέ­ρου­με, για­τί δεί­χνει το πό­σο νω­ρίς ο Ξε­νό­που­λος άρ­χι­σε ό­χι μό­νο να δια­βά­ζει τα υ­πο­ψή­φια έρ­γα αλ­λά και να τα με­λε­τά­ει λε­πτο­με­ρώς. Άρα­γε, υ­πήρ­ξε κρι­τής κά­ποιας κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, τα τε­λευ­ταία, ας πού­με, τριά­ντα χρό­νια, που να έ­δω­σε α­ντί­στοι­χη βα­ρύ­τη­τα στο έρ­γο της ε­πι­λο­γής και βρά­βευ­σης; Για­τί να μην υ­πάρ­ξει σε κά­ποιο α­πό τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία ή και στα κρα­τι­κά μια ε­πι­τρο­πή, ό­που τα μέ­λη της να δια­βά­ζουν ό­λα τα υ­πο­ψή­φια βι­βλία και να συ­ντάσ­σουν έκ­θε­ση για κα­θέ­να α­πό αυ­τά;
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στις 13 Ιουνίου 2010

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Μια υποδειγματική μονογραφία

Μα­ρί-Πωλ Μασ­σό­ν-Βεν­κού­ρ
«Ο Παύ­λος Καλ­λι­γάς
(1814-1896) και η ί­δρυ­ση
του ελ­λη­νι­κού κρά­τους»
Με­τά­φρα­ση: Άρης Αλε­ξά­κης,
Αγγ. Πα­πα­δο­πού­λου,

Κ. Τσι­νά­ρης
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.

Αθή­να, 2009

Στη σει­ρά «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Προ­σω­πο­γρα­φία» του ΜΙΕ­Τ, τον Δε­κέμ­βριο του 2009, προ­στέ­θη­κε ο 16ος τό­μος για τον Παύ­λο Καλ­λι­γά, 23 χρό­νια με­τά τον 6ο τό­μο για τον Κων­στα­ντί­νο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο. Δυο κο­ρυ­φαίες προ­σω­πι­κό­τη­τες του 19ου αιώ­να, που γεν­νή­θη­καν, α­ντι­στοί­χως, στην Σμύρ­νη και την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, στο μέ­σο της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας, σε α­πό­στα­ση ο­λί­γων μη­νών, και α­πε­βίω­σαν ε­ντός της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Την βιο­γρα­φία του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου την συ­ντάσ­σει ο Κ. Θ. Δη­μα­ράς, που στά­θη­κε ο ε­μπνευ­στής και αυ­τής του Καλ­λι­γά. Το 1986, ο Δη­μα­ράς, στον πρό­λο­γό του, δια­πι­στώ­νει ό­τι μας λεί­πουν ο­λό­τε­λα οι βιο­γρα­φίες. Κι αυ­τό, για­τί το εί­δος έ­χει πε­ρι­πέ­σει σε α­νυ­πο­λη­ψία στην “φω­τι­σμέ­νη Ευ­ρώ­πη”, που ζη­τά στον συλ­λο­γι­κό πα­ρά­γο­ντα και ό­χι πλέ­ον στον α­το­μι­κό, ό­πως πα­λαιό­τε­ρα, τον κι­νη­τή­ριο μο­χλό της Ιστο­ρίας. Θυ­μί­ζει, ω­στό­σο, ό­τι η Δύ­ση, ε­πί αιώ­νες καλ­λιέρ­γη­σε γό­νι­μα τη βιο­γρα­φία, ώ­στε να δια­θέ­τει πλού­σιο α­πό­θε­μα πλη­ρο­φο­ριών για τα ά­το­μα, ως α­πα­ραί­τη­τη υ­πο­δο­μή για την νέα ι­στο­ρι­κή θεώ­ρη­ση. Ας γνω­ρί­σου­με τα ά­το­μα, πα­ρο­τρύ­νει, και μα­κά­ρι κα­τό­πιν να τα ξε­πε­ρά­σου­με.
Ένα τέ­ταρ­το του αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, το εί­δος της βιο­γρα­φίας πρω­τεύει σε με­τα­φρά­σεις λό­γω του με­γά­λου α­να­γνω­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος που προ­κα­λεί, κα­τ’ α­ντα­νά­κλα­ση του α­ντί­στοι­χου εν­δια­φέ­ρο­ντος στην Δύ­ση. Βιο­γρα­φίες, ό­μως, προ­σώ­πων του ελ­λη­νι­κού κό­σμου ε­ξα­κο­λου­θούν να σπα­νί­ζουν. Βε­βαίως, η κα­τά­στα­ση εί­ναι λί­γο κα­λύ­τε­ρη, α­πό ε­κεί­νη που πε­ρι­γρά­φει ο Δη­μα­ράς, κι αυ­τό, εν μέ­ρει, ο­φεί­λε­ται και στις δι­κές του πα­ρο­τρύν­σεις. Η μο­νο­γρα­φία για τον Παύ­λο Καλ­λι­γά ξε­κί­νη­σε με προ­τρο­πή του, το 1978, και α­πο­τέ­λε­σε το δι­δα­κτο­ρι­κό της ελ­λη­νί­στριας Μα­ρί-Πωλ Μασ­σόν, το ο­ποίο ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε εν­νέα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και με­τά άλ­λα δέ­κα χρό­νια, το 1997, εκ­δό­θη­κε στη Γαλ­λία. Η με­τά­φρα­ση στα ελ­λη­νι­κά ξε­κί­νη­σε το 1994 και η έκ­δο­ση σχε­δια­ζό­ταν για την ε­πέ­τειο των 100 χρό­νων α­πό το θά­να­το του Καλ­λι­γά, στις 16 Σε­πτεμ­βρίου 1896. Τε­λι­κά, η σκυ­τά­λη του με­τα­φρα­στι­κού α­γώ­να πέ­ρα­σε α­πό τρία χέ­ρια. Με­σο­λά­βη­σαν οι θά­να­τοι των δυο με­τα­φρα­στών, πριν ο­λο­κλη­ρω­θεί, με κα­θο­ρι­στι­κή τη συμ­βο­λή του τε­λευ­ταίου με­τα­φρα­στή, Άρη Αλε­ξά­κη, που πέ­θα­νε το 2008, χω­ρίς να δει εκ­δο­μέ­νο το έρ­γο. Πά­ντως, προ­σφέ­ρε­ται για με­λέ­τη α­πό ι­στο­ρι­κούς και φι­λο­λό­γους μέ­χρι τον ε­ορ­τα­σμό της ε­πε­τείου των 200 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­ση του Καλ­λι­γά, στις 20 Σε­πτεμ­βρίου 1814.
Ο Δη­μα­ράς διευ­κρι­νί­ζει ό­τι η μο­νο­γρα­φία για τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο δεν α­πευ­θύ­νε­ται σε ό­σους α­γνοούν ή γνω­ρί­ζουν α­νε­παρ­κώς το πρό­σω­πο, αλ­λά σε ε­κεί­νους που το γνω­ρί­ζουν ή­δη και ε­πι­θυ­μούν να ε­ντρυ­φή­σουν πε­ραι­τέ­ρω, συ­νο­μι­λώ­ντας μα­ζί του. Αντι­θέ­τως, η μο­νο­γρα­φία Καλ­λι­γά, υ­περ­βαί­νου­σα κα­τά 300 σε­λί­δες ε­κεί­νη του Δη­μα­ρά, εί­ναι ε­ξαν­τλη­τι­κή σε πλη­ρο­φο­ρίες γύ­ρω α­πό το ε­κά­στο­τε ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο και τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα, κα­λύ­πτο­ντας τις α­νά­γκες ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Αυ­τό, πι­θα­νώς, ο­φεί­λε­ται στην η­λι­κία, που εί­χαν οι βιο­γρά­φοι κα­τά τη συγ­γρα­φή, και κυ­ρίως στους στό­χους τους. Άλλες οι στο­χεύ­σεις μιας δια­τρι­βής κι άλ­λες μιας με­λέ­της, που γί­νε­ται σε η­λι­κία “ώ­ρι­μου γή­ρα­τος”. Όπως και να έ­χει, η μο­νο­γρα­φία της Μασ­σόν εί­ναι συ­στη­μα­τι­κή ως προς την ε­ρευ­νη­τι­κή υ­πο­δο­μή και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, ως προς την πα­ρου­σία­ση. Χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρα μέ­ρη, με­τά προ­λό­γου και ε­πι­λό­γου. Το πρώ­το κα­λύ­πτει τα παι­δι­κά χρό­νια του Καλ­λι­γά και ε­κεί­να των σπου­δών του. Το δεύ­τε­ρο πα­ρα­κο­λου­θεί τη στα­διο­δρο­μία του α­πό 23 ε­τών, που ε­γκα­θί­στα­ται στην Αθή­να, μέ­χρι τα 40. Πα­ρεμ­βάλ­λε­ται έ­να τρί­το μέ­ρος, συ­ντο­μό­τε­ρο των άλ­λων, που κα­λύ­πτει μό­λις μια διε­τία, πο­λύ ση­μα­ντι­κή, ό­μως, α­φού α­να­φέ­ρε­ται στη συγ­γρα­φή του μο­να­δι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Καλ­λι­γά, του «Θά­νου Βλέ­κα». Τέ­λος, το τέ­ταρ­το μέ­ρος κα­λύ­πτει τα ε­πό­με­να 40 χρό­νια του βίου του, τιτ­λο­φο­ρού­με­νο «Η κα­τα­ξίω­ση». Του κυ­ρίως σώ­μα­τος της με­λέ­της προ­τάσ­σε­ται α­να­λυ­τι­κό χρο­νο­λό­γιο και έ­πε­ται ερ­γο­γρα­φία Καλ­λι­γά και γε­νι­κό­τε­ρη βι­βλιο­γρα­φία.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των νε­α­νι­κών χρό­νων του Καλ­λι­γά εί­ναι οι συ­νε­χείς με­τα­το­πί­σεις. Ο πα­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν α­πό τα Καλ­λι­γά­τα Κε­φα­λο­νιάς και ο­νο­μα­ζό­ταν Πα­να­γής Άννι­νος ή Πα­να­γής Καλ­λι­γάς-Άννι­νος. Πι­θα­νο­λο­γεί­ται ό­τι η ε­μπλο­κή της οι­κο­γέ­νειάς του στους ξε­ση­κω­μούς των Λη­ξου­ριω­τών ε­να­ντίον των ξέ­νων αρ­χών, Γάλ­λων και με­τά Ρώ­σων, συ­νέ­βα­λε στη φυ­γή του α­πό το νη­σί και την αλ­λα­γή του ε­πι­θέ­του του. Όπως και να έ­χει, το 1810, ή­ταν 36 ε­τών και εί­χε ε­γκα­τα­στα­θεί στη Σμύρ­νη. Τό­τε, αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε την δε­κα­τε­τρά­χρο­νη Σο­φία Μαυ­ρο­γορ­δά­του, που, πέ­ραν του νε­α­ρού της η­λι­κίας της, ή­ταν και μια πο­λύ­φερ­νη νύ­φη. Απέ­κτη­σαν δυο παι­διά, την Μα­ρία και τον Παύ­λο, και μια διώ­ρο­φη πο­λυ­τε­λή κα­τοι­κία στον πα­ρα­κεί­με­νο ε­ξο­χι­κό συ­νοι­κι­σμό του Μπουρ­νό­βα. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς χρειά­στη­κε, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, να ε­γκα­τα­λεί­ψει το σπί­τι του και τη Σμύρ­νη, πι­θα­νο­λο­γεί­ται λό­γω α­νά­μι­ξής του σε ε­νέρ­γειες ε­να­ντίον των Οθω­μα­νι­κών Αρχών. Αυ­τή τη φο­ρά, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Τερ­γέ­στη, ό­που και πέ­θα­νε, στις 18 Ια­νουα­ρίου 1832.
Από την πλευ­ρά του, ο Παύ­λος Καλ­λι­γάς γρά­φτη­κε μεν, μό­λις τε­τρα­ε­τής, στην Ευαγ­γε­λι­κή Σχο­λή Σμύρ­νης, αλ­λά έ­μελ­λε να σπου­δά­σει στη Δύ­ση και να θεω­ρεί ε­αυ­τόν Έλλη­να της Τερ­γέ­στης. Ανθη­ρή η ε­κεί ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα, διέ­θε­τε και ελ­λη­νι­κό σχο­λείο. Ωστό­σο, ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς προ­τί­μη­σε να στεί­λει τον γιο του στο Φλαγ­γι­νια­νό Γυ­μνά­σιο της Βε­νε­τίας. Ση­μα­ντι­κό εκ­παι­δευ­τή­ριο α­πό την ί­δρυ­σή του τον 17ο αιώ­να, εί­χε κλεί­σει το 1797 με την κα­τά­λυ­ση της Βε­νε­τι­κής Δη­μο­κρα­τίας α­πό τους Γάλ­λους και μό­λις το 1823, ε­πα­να­λει­τούρ­γη­σε και πά­λι ως έ­να ελ­λη­νι­κό σχο­λείο. Ο Παύ­λος έ­μει­νε μό­νο δυο χρό­νια στη Βε­νε­τία, με­τά ε­στά­λη στο Κο­λέ­γιο Έγερ της Γε­νεύης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας ο­ρι­στι­κά την ελ­λη­νι­κή εκ­παί­δευ­ση. Όπως φαί­νε­ται, ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς δεν το ε­πέ­λε­ξε για να του προ­σφέ­ρει γαλ­λό­φω­νη και προ­τε­στα­ντι­κή παι­δεία - για έ­μπο­ρο, άλ­λω­στε, τον προό­ρι­ζε - αλ­λά για το κλί­μα της Ελβε­τίας, λό­γω της ευαί­σθη­της κρά­σης του. Με­τά το θά­να­το του πα­τέ­ρα του, ο Παύ­λος στρά­φη­κε στην γερ­μα­νι­κή παι­δεία, α­κο­λου­θώ­ντας τις δι­κές του προ­τι­μή­σεις. Σπού­δα­σε νο­μι­κά, δια­δο­χι­κά, σε Μό­να­χο, Βε­ρο­λί­νο και Χαϊδελ­βέρ­γη. Ρω­μαϊκό Δί­καιο δι­δά­χτη­κε α­πό τον πρω­το­πό­ρο γερ­μα­νό νο­μο­μα­θή Φρή­ντριχ Καρλ φον Σα­βι­νιύ, ι­δρυ­τή της “ι­στο­ρι­κής σχο­λής” του Δι­καίου, που υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι το πνεύ­μα του Δι­καίου πρέ­πει να ερ­μη­νεύε­ται με βά­ση τις ι­στο­ρι­κές πη­γές. Πά­νω σε αυ­τό το θέ­μα πα­ρου­σία­σε το δι­δα­κτο­ρι­κό του στην Χαϊδελ­βέρ­γη, που στά­θη­κε το πρώ­το βή­μα για την πε­ντά­το­μη πραγ­μα­τεία του Ρω­μαϊκού Δι­καίου, την ο­ποία ε­ξέ­δω­σε α­πό το 1848 μέ­χρι το 1866.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον έ­χει έ­να πα­ρέμ­βλη­το κε­φά­λαιο, στο ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζε­ται η δια­σω­θεί­σα βι­βλιο­θή­κη του Καλ­λι­γά. Με σχε­δια­γράμ­μα­τα και στα­τι­στι­κές α­να­λύ­σεις δί­νε­ται μια ευ­κρι­νής ι­δέα για τις α­να­γνώ­σεις του. Η ει­κό­να συ­μπλη­ρώ­νε­ται α­πό έ­να δια­σω­θέν ση­μειω­μα­τά­ριό του. Ακο­λου­θεί πο­σο­τι­κή και θε­μα­τι­κή α­νά­λυ­ση του συ­νο­λι­κού του έρ­γου, που φτά­νει τους 72 τίτ­λους. Όπως φαί­νε­ται, ο με­γα­λύ­τε­ρος α­ριθ­μός των σε­λί­δων εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νες στο Βυ­ζά­ντιο και συ­γκε­κρι­μέ­να, στην ε­φαρ­μο­γή ε­κεί του Ρω­μαϊκού Δι­καίου. Στο χώ­ρο του Βυ­ζα­ντίου και στην αυ­στη­ρή κρι­τι­κή του για τη βυ­ζα­ντι­νή κοι­νω­νία ε­ντο­πί­ζε­ται και η α­ντι­δι­κία του με τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, που, αρ­χι­κά, εκ­φρά­στη­κε σε ο­ξείς τό­νους α­πό την πλευ­ρά του Καλ­λι­γά. Χά­ρις, ό­μως, στην με­τροέ­πεια του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, οι τό­νοι κα­τέ­βη­καν στο ε­πί­πε­δο μιας θεω­ρη­τι­κής δια­φω­νίας, ό­πως ση­μειώ­νει ο Δη­μα­ράς.
Ως έ­νας έ­μπει­ρος “ξε­νό­φερ­τος” έ­φτα­σε ο Καλ­λι­γάς, το 1837, στο Ναύ­πλιο. Εκεί κα­τοι­κού­σε η α­δελ­φή του, Μα­ρία, σύ­ζυ­γος πλέ­ον του για­τρού Νι­κό­λα­ου Κω­στή, και η μη­τέ­ρα του. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να, ό­που προ­σπά­θη­σε να συν­δυά­σει τη νο­μι­κή με την πα­νε­πι­στη­μια­κή στα­διο­δρο­μία. Και το κα­τόρ­θω­σε. Ήδη, το 1842, διο­ρί­στη­κε πρώ­τος πρό­ε­δρος στον Άρειο Πά­γο και το ε­πό­με­νο έ­τος, κα­θη­γη­τής Ρω­μαϊκού Δι­καίου. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, τον α­πέ­λυ­σε ο Κω­λέτ­της, ε­πει­δή αρ­νή­θη­κε να υ­πο­στη­ρί­ξει τον δι­κό του υ­πο­ψή­φιο για την εκ­προ­σώ­πη­ση του πα­νε­πι­στη­μίου στο κοι­νο­βού­λιο. Επα­να­διο­ρί­στη­κε στα κα­το­πι­νά χρό­νια και το 1865, α­να­γο­ρεύ­θη­κε τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής. Συ­νο­λι­κά, χρη­μά­τι­σε κα­θη­γη­τής του Ρω­μαϊκού Δι­καίου για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια. Πα­ρό­μοιες βρα­χυ­χρό­νιες θη­τείες, που α­κο­λου­θού­σαν τα πο­λι­τι­κά σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα, εί­χε και στα διά­φο­ρα υ­πουρ­γεία: Δι­καιο­σύ­νης, το 1854, Εξω­τε­ρι­κών, το 1863 και πά­λι το ε­πό­με­νο έ­τος, Δι­καιο­σύ­νης και προ­σω­ρι­νά Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των, το 1865, Οι­κο­νο­μι­κών, το 1882.
Τις φι­λε­λεύ­θε­ρες α­πό­ψεις του τις δη­μο­σιο­ποιεί, ή­δη, με το πρώ­το του σύγ­γραμ­μα, που α­φο­ρά τον Τύ­πο. Σε αυ­τό, ξε­κι­νά, θέ­το­ντας το ε­ρώ­τη­μα: «Εί­ναι ε­πω­φε­λής εις την κοι­νω­νίαν η ε­λευ­θε­ρο­τυ­πία, ή εί­ναι ε­πι­ζή­μιος;» Στη συ­νέ­χεια, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι για την α­νά­πτυ­ξη πο­λι­τι­κού βίου, πρέ­πει να δια­μορ­φω­θεί μια κοι­νή γνώ­μη, ι­κα­νή να ξε­φύ­γει α­πό το ε­πί­πε­δο των προ­σω­πι­κών δια­φο­ρών. Τα ε­πό­με­να συγ­γράμ­μα­τά του α­φο­ρούν τη σύ­ντα­ξη α­στι­κού κώ­δι­κα. Χά­ρις σε αυ­τά διο­ρί­στη­κε στην αρ­μό­δια ε­πι­τρο­πή για τη σύ­ντα­ξή του. Ενώ, κα­θο­ρι­στι­κή στά­θη­κε και η συμ­με­το­χή του στη σύ­ντα­ξη του Συ­ντάγ­μα­τος, που εκ­χω­ρή­θη­κε με­τά το Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843. Πρό­τυ­πο δη­μό­σιου άν­δρα ο Καλ­λι­γάς, διέ­πρε­ψε με τις α­γο­ρεύ­σεις του, τό­σο στο Κοι­νο­βού­λιο και τα Δι­κα­στή­ρια ό­σο και στις πα­νε­πι­στη­μια­κές πα­ρα­δό­σεις, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν “ε­πι­στη­μο­νι­κά συλ­λα­λη­τή­ρια” χά­ρις στο πλή­θος ε­πι­στη­μό­νων που προ­σήρ­χε­το, πέ­ραν των φοι­τη­τών.
Το 1844, ο Καλ­λι­γάς έ­κα­νε έ­να μα­κρύ τα­ξί­δι στην Ανα­το­λή, Σύ­ρο – Σμύρ­νη – Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε έ­να τα­ξι­διω­τι­κό, με τη μορ­φή 14 ε­πι­στο­λών. Και λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, έ­να δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι στην Τερ­γέ­στη, γύ­ρω στο 1849, α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε έ­να δεύ­τε­ρο τα­ξι­διω­τι­κό, αλ­λά και έ­νας αρ­ρα­βώ­νας. Όσο α­φο­ρά τον οι­κο­γε­νεια­κό του βίο, α­κο­λού­θη­σε το πα­ρά­δειγ­μα του πα­τέ­ρα του. Στα 35 του αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε την 18χρο­νη Μα­ρία Μα­νού­ση, κό­ρη πλού­σιας οι­κο­γέ­νειας της Τερ­γέ­στης, την ο­ποία και πα­ντρεύ­τη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Τό­τε, ξε­κί­νη­σε και αυ­τός να χτί­ζει οι­κία νε­ο­κλα­σι­κού ρυθ­μού στην ο­δό Στα­δίου, α­πέ­να­ντι α­πό τα τό­τε βα­σι­λι­κά ιπ­πο­στά­σια. Σή­με­ρα, στο χώ­ρο των βα­σι­λι­κών ιπ­πο­στα­σίων υ­ψώ­νε­ται το μέ­γα­ρο του Με­το­χι­κού Τα­μείου Στρα­τού και α­πό την οι­κία Καλ­λι­γά α­πέ­μει­νε, εις α­νά­μνη­ση, η ο­μώ­νυ­μη Στοά.
Με μια μι­κρή πα­ρέν­θε­ση για τη συγ­γρα­φή του «Θά­νου Βλέ­κα», ο Καλ­λι­γάς πα­ρέ­μει­νε δια βίου α­φο­σιω­μέ­νος στα νο­μι­κά και την πο­λι­τι­κή. Με­τά το 1856, ω­στό­σο, τα εν­δια­φέ­ρο­ντά του ε­πι­κε­ντρώ­θη­καν στην οι­κο­νο­μία και την ι­στο­ριο­γρα­φία. Πί­στευε ό­τι “ως τέ­χνη η ι­στο­ριο­γρα­φία δεν εί­ναι του τυ­χό­ντος”. Γι’ αυ­τό και το 1858, υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι πρέ­πει να γρα­φεί η ι­στο­ρία της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης, πα­ρό­λο που υ­πήρ­χαν οι Ιστο­ρίες του Σπυ­ρί­δω­νος Τρι­κού­πη και του σκώ­του φι­λέλ­λη­να Τό­μας Γκόρ­ντον, κα­θώς και η πρώ­τη μορ­φή της Ιστο­ρίας του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου. Εκφρά­ζει μια ου­μα­νι­στι­κή ά­πο­ψη πε­ρί ι­στο­ριο­γρα­φίας, α­ντα­να­κλώ­ντας τις α­πό­ψεις των δια­φω­τι­στών. Αυ­τές τις α­πό­ψεις υ­πε­ρα­σπί­στη­κε και στον πο­λι­τι­κό στί­βο, αρ­χής γε­νο­μέ­νης α­πό την Συ­ντα­κτι­κή Εθνο­συ­νέ­λευ­ση του 1862, στην ο­ποία συμ­με­τεί­χε ε­πί μια διε­τία. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά, ως υ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών, εί­χε τη χα­ρά να α­να­κοι­νώ­σει την έ­νω­ση των πά­τριων ε­δα­φών, του­τέ­στιν της Επτα­νή­σου, με την Ελλά­δα.
Την ε­να­σχό­λη­σή του με τα οι­κο­νο­μι­κά θέ­μα­τα δεί­χνει και ο ρό­λος που δια­δρα­μά­τι­σε στην Εθνι­κή Τρά­πε­ζα αλ­λά και σε άλ­λα τρα­πε­ζο-οι­κο­νο­μι­κά ι­δρύ­μα­τα. Από το 1841 ή­ταν σύμ­βου­λος της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, νο­μι­κός σύμ­βου­λος το 1860, και το 1885, ό­ντας έ­νας α­πό τους με­γά­λους με­τό­χους της, α­νέ­λα­βε υ­πο­διοι­κη­τής και το 1890 διοι­κη­τής. Του α­πέ­δω­σαν, μά­λι­στα, την προ­σω­νυ­μία “κέρ­βε­ρος του δη­μο­σίου χρή­μα­τος”.
Εφ’ ό­ρου ζωής ο Καλ­λι­γάς στά­θη­κε έ­νας α­κά­μα­τος συγ­γρα­φέ­ας. Ωστό­σο, η Μασ­σόν ε­κτι­μά­ει ό­τι, α­πό τα γρα­πτά του, α­ντέ­χουν σή­με­ρα μό­νο το «Σύ­στη­μα Ρω­μαϊκού Δι­καίου» και το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Ενώ, συ­νο­ψί­ζει τη δια­τρι­βή της με τον ε­πι­γραμ­μα­τι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό: “ο Καλ­λι­γάς ή­ταν έ­νας φι­λε­λεύ­θε­ρος νο­μο­μα­θής”. Έργο αυ­τού του φι­λε­λεύ­θε­ρου νο­μο­μα­θούς έ­μελ­λε να εί­ναι “το πρώ­το μας κοι­νω­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα”, κα­τά την α­πό­φαν­ση Δη­μα­ρά, η ο­ποία, σε α­ντί­θε­ση με άλ­λες κρί­σεις του, έ­γι­νε γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δε­κτή. Το «Θά­νος Βλέ­κας» δη­μο­σιεύ­θη­κε σε συ­νέ­χειες στο πε­ριο­δι­κό «Παν­δώ­ρα» α­πό τις 15 Οκτω­βρίου 1855 έως τις 15 Φε­βρουα­ρίου 1856. Ο Καλ­λι­γάς δεν εμ­φα­νί­στη­κε ως συγ­γρα­φέ­ας του, αλ­λά, με ε­πι­στο­λή του προς τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού Νι­κό­λαο Δρα­γού­μη, που δη­μο­σιεύ­τη­κε ως πρό­λο­γος, το πα­ρου­σία­σε ως έρ­γο ε­νός α­πο­θα­νό­ντος α­πό την σο­βού­σα τό­τε ε­πι­δη­μία χο­λέ­ρας, τον ο­ποίο και δεν κα­το­νο­μά­ζει.
Ει­ση­γη­τής, λοι­πόν, στα κα­θ’ η­μάς, του κοι­νω­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δεν υ­πήρ­ξε έ­νας Μπαλ­ζάκ ή έ­νας Ντί­κε­νς, αλ­λά έ­νας νο­μο­μα­θής, που θεω­ρού­σε το εν λό­γω έρ­γο του α­σή­μα­ντο “νε­α­νίευ­μα”. Επι­προ­σθέ­τως, ή­ταν έ­νας νο­μο­μα­θής, που η βι­βλιο­θή­κη του δεί­χνει ό­τι δεν διά­βα­ζε ι­διαί­τε­ρα λο­γο­τε­χνία. Η Μασ­σόν πα­ρου­σιά­ζει πρι­σμα­τι­κά το μυ­θι­στό­ρη­μα και θέ­τει το εν­δια­φέ­ρον ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο ο «Θά­νος Βλέ­κας» ε­πη­ρέ­α­σε τον Εντμόν Αμπού κα­τά τη συγ­γρα­φή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Ο βα­σι­λεύς των ο­ρέων», που εκ­δό­θη­κε στο Πα­ρί­σι, τον Οκτώ­βριο του 1856. Όπως και να έ­χει, ο «Θά­νος Βλέ­κας» και γε­νι­κό­τε­ρα το μυ­θι­στό­ρη­μα της πρώ­της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας του ελ­λη­νι­κού κρά­τους πα­ρα­μέ­νει έ­να α­νοι­κτό θέ­μα. Στη βι­βλιο­γρα­φία , η Μασ­σόν δί­νει κα­τά­λο­γο των αυ­το­τε­λών εκ­δό­σεων του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το “νε­α­νίευ­μα” του, με τη μορ­φή βι­βλίου, ο Καλ­λι­γάς το πή­ρε στα χέ­ρια του το 1887. Να θυ­μί­σου­με πως α­πο­τέ­λε­σε τον πρώ­το τό­μο στη σει­ρά «Η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, α­ντα­να­κλώ­ντας την πα­λαιό­τε­ρη ά­πο­ψη ό­τι με αυ­τό ξε­κι­νά η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου